Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Θόδωρος Παρασκευόπουλος "Τι σημαίνει και τι απαιτεί ο οικολογικός μετασχηματισμός"

Αναρτούμε το άρθρο επειδή έχει ενδιαφέρον, προσφέρεται για συζήτηση και προβληματισμό -   χωρίς να σημαίνει ότι συμφωνούμε με τον συγγραφέα του. 
ECOLEFT
----------------------
“Τον κόσμο τούτον, ίδιον για όλους, δεν τον έφτιαξε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήταν είναι και θα είναι είναι φωτιά αείζωη που ανάβει με κανόνες και σβήνει με κανόνες”. Ηράκλειτος ο Εφέσιος.


Είναι, άραγε, αναγκαίο το αυτοτελές υπουργείο Περιβάλλοντος, προκειμένου η πολιτική περιβάλλοντος να αξίζει το όνομά της; Αυτό προέβαλλαν πρόσφατα περιβαλλοντικές οργανώσεις με πλούσια δράση και σημαντική προσφορά μετά την ανακοίνωση της δομής της κυβέρνησης. Το περιβάλλον στην κυβέρνηση Τσίπρα έχει επικεφαλής αναπληρωτή υπουργό και έχει ενταχθεί στον κύκλο, ας το πούμε έτσι, «Παραγωγική Ανασυγκρότηση, Περιβάλλον και Ενέργεια». Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει το επιχείρημα ότι οι αναπληρωτές υπουργοί διοικούν αυτόνομα υπουργεία, το επιχείρημα, όμως, αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό φορμαλιστικό. Δεν είναι, όμως, φορμαλιστική η παρατήρηση ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για «παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανασυγκρότηση», εντάσσει δηλαδή εξ αρχής την περιβαλλοντική πολιτική στην ανασυγκρότηση.
Τα αυτόνομα υπουργεία Περιβάλλοντος έχουν βέβαια νόημα σαν «λόμπι του περιβάλλοντος» στις κυβερνήσεις – και τον χαρακτηρισμό δεν τον εννοώ υποτιμητικά, κάθε άλλο. Ο ρόλος τους μοιάζει, ακόμα, λίγο με εκείνον του υπουργείου Οικονομικών: όλα τα σχέδια των άλλων υπουργείων πρέπει να περάσουν από τον πάγκο του υπουργείου Οικονομικών, το οποίο ασκεί βέτο, όταν διαπιστώνει ότι το αίτημα άλλου υπουργείου ξεφεύγει από τα όρια της δημοσιονομικής πολιτικής. Έτσι και τα υπουργεία Περιβάλλοντος – με πολύ λιγότερο κύρος και δύναμη επιβολής ωστόσο – μπορούν να εγείρουν ενστάσεις σε κυβερνητικά σχέδια, αν αυτά θίγουν το περιβάλλον. Αυτή η αρνητική τους αρμοδιότητα τους δίνει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, πέρα από τη θετική τους πολιτική. 
Όμως, αυτά προϋποθέτουν μια «μεταφυσική», ας το πούμε έτσι, αντίληψη για το περιβάλλον και για την αναπτυξιακή πολιτική εξ ολοκλήρου. Η κυβέρνηση με τα αρμόδια υπουργεία ασκεί αυτό που λέμε πολιτική ανάπτυξης και το υπουργείο Περιβάλλοντος επεμβαίνει διορθωτικά. Στη χειρότερη περίπτωση είναι ένα διακοσμητικό υπουργείο, κάτι για το φαίνεσθαι περισσότερο παρά για το είναι. 

Συστατικό στοιχείο της παραγωγικής ανασυγκρότησης

Το παράθεμα κάτω από τον τίτλο του άρθρου, ένα από τα σκόρπια αποσπάσματα λόγων του «σκοτεινού» Ηράκλειτου του Εφέσιου που το διέσωσε ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και ο Λένιν το είχε χαρακτηρίσει, δικαίως, πλήρη παρουσίαση της αφετηρίας του διαλεκτικού υλισμού, παρουσιάζει μια ολωσδιόλου διαφορετική αντίληψη για τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον: ο κόσμος είναι ένας και ίδιος για όλους, με άλλα λόγια: η σχέση δηλαδή του ανθρώπου με το περιβάλλον δεν είναι εξωτερική. Πολύ αργότερα, το 1875, ο Μαρξ ασκώντας κριτική στο σχέδιο προγράμματος του κόμματός του, επικρίνει την αστική αντίληψη για την παραγωγή πλούτου, δηλαδή για την ανάπτυξη, δια της εργασίας:
Η εργασία δεν είναι πηγή όλου του πλούτου. Η φύση είναι πηγή των αξιών χρήσης (και αυτές αποτελούν βέβαια τον πλούτο!) εξίσου με την εργασία, η οποία δεν είναι παρά εκδήλωση μιας φυσικής δύναμης, της εργασιακής δύναμης (…) Μόνο στο μέτρο που ο άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν ιδιοκτήτης της φύσης, της πρωταρχικής πηγής κάθε μέσου και αντικειμένου της εργασίας, και τη μεταχειρίζεται σαν να του ανήκει, γίνεται η εργασία του πηγή αξιών χρησης, δηλαδή και πλούτου. Οι αστοί έχουν κάθε λόγο να προσδίδουν στην εργασία υπερφυσική ικανότητα δημιουργίας· διότι ακριβώς από τη φύση ως προϋπόθεση της εργασίας έπεται ότι ο άνθρωπος που δεν έχει άλλη ιδιοκτησία παρά την εργασιακή του δύναμη, είναι σε κάθε κοινωνική και πολιτισμική κατάσταση αναγκαστικά δούλος των άλλων ανθρώπων, που έχουν κάνει τους εαυτούς τους ιδιοκτήτες των αντικειμενικών προϋποθέσεων της εργασίας. Μπορεί να δουλεύει μόνο με την άδειά τους, επομένως να ζει μόνο με την άδειά τους.
Ο Μαρξ προχωρεί εδώ πέρα από τον Ηράκλειτο. Ο μεταφυσικός χωρισμός, μας λέει, του ανθρώπου από τη φύση είναι η ιδεολογική εκδήλωση και δικαιολόγηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου (και της εκμεταλλευτικής-ληστρικής σχέσης με τη φύση, προσθέτω εδώ, στην οποία ο Μαρξ αναφέρεται διεξοδικά αλλού).
Τι σχέση έχουν όμως όλα αυτά, ο Ίωνας φιλόσοφος του 5ου αιώνα και ο επαναστάτης διανοητής του 19ου, με το υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Ενέργειας και Περιβάλλοντος του 2015; Μπορεί να έχει ή να αποκτήσει τη σχέση η οποία έπεται από μια διαφορετική αντίληψη για την παραγωγική ανασυγκρότηση, όπου το περιβάλλον δεν θα αντιμετωπίζεται σαν πεδίο παράπλευρων απωλειών που πρέπει, στην καλύτερη περίπτωση, να περιοριστούν, αλλά ως συστατικό στοιχείο της ανασυγκρότησης. Θέλω να πω ότι οι σημερινές μας γνώσεις επιτρέπουν και απαιτούν η παραγωγική ανασυγκρότηση να μην περιλαμβάνει απλώς και μόνο μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και για την αποκατάσταση ζημιών, αλλά να είναι μια πολιτική βγαλμένη από μονοκόμματο καλούπι, όπου το περιβάλλον θα είναι σημαντικός προωθητικός παράγοντας.

Η προστασία του περιβάλλοντος ως προϋπόθεση της παραγωγής

Δεν εννοώ μια «αρμονική» σχέση της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας με τη φύση. Η αντίληψη του κόσμου ως όλου δεν σημαίνει αρμονία, γιατί αυτόν τον όλον κόσμο τον διατρέχουν και τον συνταράσσουν αντιθέσεις – προπάντων στο μεταβολισμό των μερών του με το όλον, δηλαδή και στην παραγωγική δραστηριότητα του ανθρώπου – μεταβολισμό που τον συγκαλύπτει και τον αποκρύπτει το οικοδόμημα της αστικής κοινωνίας. Ούτε υπάρχει αυτό που λέγεται «αειφόρος ανάπτυξη», δηλαδή η αυτοτροφοδότηση χωρίς απώλειες και αλλαγές. Εννοώ την απομάκρυνση του εγχειρήματος της παραγωγικής ανασυγκρότησης από την αστική αντίληψη για την παραγωγή – από αυτό που αποκαλούμε, εσφαλμένα, κατά τη γνώμη μου, «παραγωγισμό» και που οδηγεί, εξ αντιθέσεως, απολύτως έντιμους υπερασπιστές του περιβάλλοντος στις θεωρίες της αποανάπτυξης ή απομεγέθυνσης. 

Στο κείμενο των οικολογικών οργανώσεων, στο οποίο αναφέρθηκα στην αρχή, υπογραμμίζεται, πολύ ορθά, ότι το περιβάλλον δεν είναι «παραγωγικός πόρος». Το περιβάλλον δεν είναι ένας παραγωγικός πόρος, αλλά ο παραγωγικός πόρος. Η προστασία του περιβάλλοντος είναι προϋπόθεση της παραγωγής, αλλά όχι για όλους και όχι οπωσδήποτε: βλέπεις, εκεί ορθώνεται το καπιταλιστικό κέρδος, δηλαδή η ιδιοτέλεια ως κίνητρο της παραγωγικής δραστηριότητας. Σε περιόδους κρίσης, αυτή η ιδιοτέλεια των ανθρώπων «που έχουν κάνει τους εαυτούς τους ιδιοκτήτες των αντικειμενικών προϋποθέσεων της εργασίας», αποκτά το πάνω χέρι και υπερισχύει της όποιας προσπάθειας των κρατών να επιβάλλουν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της αστικής τάξης – αυτοί βλέπεις είναι οι κύριοι της κοινωνικής αναπαραγωγής που με την κρίση έχει τεθεί σε κίνδυνο.
Η δυνατότητα ετούτης της κυβέρνησης είναι ένας ολικός σχεδιασμός από μονοκόμματο καλούπι και η καθυπόταξη της καπιταλιστικής ιδιοτέλειας, διότι ο σχηματισμός ετούτης της κυβέρνησης είναι εκδήλωση μιας αλλαγής του ταξικού συσχετισμού εις βάρος των καπιταλιστών. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, σχετικά με την περιβαλλοντική πολιτική: Είναι βέβαιο ότι η ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής χρειάζεται φθηνότερη ενέργεια. Μπορούν τα μέτρα γι’ αυτόν τον σκοπό να εξαρτώνται από μετρήσιμες δεσμεύσεις για μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, ανακύκλωσης των βιομηχανικών αποβλήτων και των συσκευασιών, την παραγωγή νέων περιβαλλοντικά φιλικών προϊόντων κ.λπ., ώστε η ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής να οδηγεί σε ελάφρυνση και όχι σε επιβάρυνση του περιβάλλοντος; Ή: μπορεί στα κριτήρια για τις κρατικές προμήθειες να συμπεριληφθεί με αποφασιστική σημασία το οικολογικό αποτύπωμα των υλικών προϊόντων και των υπηρεσιών που παραγγέλνει και καταναλώνει το κράτος; Μπορεί η μείωση των μεταφορών (με όλες τις συνέπειές τους), εκτός από τις περιβαλλοντικά ευνοϊκές επιπτώσεις του, να συμβάλει ώστε κριτήριο να αποτελεί η εντοπιότητα της παραγωγής, όπως γίνεται σε άλλες χώρες και περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Ή ακόμα: πώς μπορούν τα ερευνητικά κέντρα, τα ΑΕΙ, οι επιχειρήσεις να προχωρήσουν στην ανάπτυξη νέας τεχνολογίας, νέων υλικών – ας πούμε στις κατασκευές – με χαμηλό οικολογικό αποτύπωμα, να υποδείξουν τρόπους για οικολογική αναμόρφωση των συγκοινωνιών και της ακτοπλοΐας; Ο Γιώργος Παπανδρέου είχε εξαγγείλει, όταν πρωθυπούργευε, ότι το 2050 η μισή ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνεται θα προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Θαύμα, αλλά μέχρι τότε είναι 35 χρόνια και το 2050 πολύ λίγοι Έλληνες που τον άκουσαν θα ζουν για να μάθουν αν αυτό, το ελάχιστο, ήταν δυνατό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: τι ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας θα προέρχεται του χρόνου, του παραχρόνου, σε πέντε χρόνια από ΑΠΕ; Το κρίσιμο, δηλαδή, είναι ο σχεδιασμός με μετρήσιμους (και κυλιόμενους βέβαια) στόχους – και βέβαια όχι μόνο στην ενέργεια. 
Τέτοιοι σχεδιασμοί και τέτοια πολιτική, που εδώ, βέβαια, παρατίθενται ενδεικτικά, μπορούν να εισφέρουν ώστε να αρθεί η αντίθεση μεταξύ παραγωγικής ανασυγκρότησης και έγνοιας για το περιβάλλον. Έτσι θα υπάρξει η δυνατότητα να γίνει η οικολογική αναμόρφωση της παραγωγής μοχλός αλματώδους ανάπτυξης των παραγωγιών δυνάμεων: νέων παραγωγικών δυνάμεων που θα ικανοποιούν νέες, γαμάτες, ανάγκες και θα δείχνουν προς νέες, πιο ανθρώπινες σχέσεις παραγωγής.

Ποιοι χρειάζονται; 

Όλα αυτά δεν μπορεί να τα κάνει ένα υπουργείο-συνήγορος του περιβάλλοντος, αλλά μόνο ο δεσμευτικός σχεδιασμός ολόκληρης της κυβέρνησης που, επιπλέον, θα έχει πείσει την ελληνική κοινωνία ότι αυτό είναι εφικτό, αναγκαίο και αξίζει τον κόπο. Τι αλλαγές, λοιπόν, χρειάζονται στους θεσμούς, ώστε εκατομμύρια άνθρωποι να κινητοποιηθούν, για να γίνουν τέτοια σχέδια πραγματικότητα;
Βεβαίως, το κυβερνητικό σχήμα δεν εγγυάται αυτή την αλλαγή. Ο ρόλος των οικολογικών κινημάτων, πρωτοβουλιών και οργανώσεων δεν παύει να είναι εκείνος του αυστηρού και μαχητικού κριτή και διεκδικητή – αλλιώς χαθήκαμε. Νομίζω, όμως, ότι τώρα και στο αμέσως επόμενο διάστημα χρειάζεται να ενισχυθεί πολύ περισσότερο ο ρόλος του σχεδιαστή που προτείνει, συμμετέχει, ελέγχει εξωθεσμικά και υπερασπίζεται επιτεύγματα. Κι επιπλέον χρειάζεται το κόμμα που στηρίζει αυτή την κυβέρνηση και κινδυνεύει μετά τον σχηματισμό της να αιμορραγήσει για να την στελεχώσει, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ να ανασυγκροτηθεί και να αρχίσει πάλι να παράγει θεωρία και πολιτική.

ΠΗΓΗ ΕΠΟΧΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου