Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Ντανιέλ Τανούρο: Ναόμι Κλάϊν, ο καπιταλισμός και το κλίμα: «Να που αυτό τα αλλάζει όλα» | Κριτική Βιβλιοπαρουσίαση


Το βιβλίο που η Ναόμι Κλάϊν αφιέρωσε στη κλιματική αλλαγή συνιστά ήδη ένα γεγονός (1). Η συγγραφέας της «Στρατηγικής του σοκ» καταγγέλλει σε αυτό την καπιταλιστική αναπτυξιακή λογική, την απληστία των πολυεθνικών του πετρελαίου, του άνθρακα και του φυσικού αερίου, καθώς και την υποταγή των κυβερνήσεων στα συμφέροντά τους. «Είναι πιο εύκολο να δεχτούν να αλλάξουν το κλίμα της γης με χαοτικό και καταστροφικό τρόπο παρά να δεχτούν τη προοπτική αλλαγής της θεμελιώδους λογικής του καπιταλισμού, που βασίζεται στην ανάπτυξη και στο κυνήγι του κέρδους», γράφει η Κλάϊν (σελ. 89). Για αυτήν, το πείσμα των κλιματο-σκεπτικιστών δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά οφείλεται στο ότι κατανοούν το γεγονός ότι ο σοβαρός αγώνας ενάντια στην υπερθέρμανση απαιτεί μια ριζική αλλαγή πολιτικής, με περισσότερη ρύθμιση, περισσότερο δημόσιο τομέα, περισσότερα κοινά αγαθά, περισσότερη δημοκρατία. Με αξίες διαφορετικές από εκείνες του ανταγωνισμού, της συσσώρευσης και του ο καθείς για τον εαυτό του. Πρόκειται για ένα μείζον έργο, η απήχηση του οποίου θα είναι σίγουρα σημαντική.

«Η επαναστατική δύναμη της κλιματικής αλλαγής»

Ο τίτλος είναι εύστοχος: «This changes everything» -αυτό αλλάζει τα πάντα. Η Ναόμι Κλάϊν καλεί την αριστερά, τους προοδευτικούς να αδράξουν την ευκαιρία που τους προσφέρεται μέσα σε αυτούς του δύσκολους καιρούς. Επειδή «η αλήθεια για τη κλιματική αλλαγή, γράφει, δεν ενοχλεί παρά μόνον εκείνους που ικανοποιούνται με το status quo»(αναφορά στο τίτλο του φιλμ του Al Gore: «Μια αλήθεια που ενοχλεί»). Για τους άλλους, «αν υπήρξε ποτέ μια κατάλληλη στιγμή για να προωθήσουν ένα σχέδιο που στοχεύει να γιατρέψει τον πλανήτη γιατρεύοντας ταυτόχρονα τις τσακισμένες οικονομίες μας και τις διαλυμένες κοινότητές μας, αυτή η στιγμή είναι τώρα» (σελ. 155). Η περιβαλλοντική κρίση προσθέτει «τον υπαρξιακό επείγοντα χαρακτήρα της» σε όλα τα προβλήματα. Κατά συνέπεια, «προσφέρει ένα συνολικό λόγο στον οποίο τα πάντα, από τη πάλη για καλές θέσεις απασχόλησης μέχρι τη δικαιοσύνη για τους μετανάστες, περνώντας από τις επανορθώσεις για τις ιστορικές αδικίες όπως η δουλεία και η αποικιοκρατία, μπορούν να ενσωματωθούν στο μεγάλο σχέδιο οικοδόμησης μιας μη τοξικής οικονομίας, που θα αντέχει στα χτυπήματα, πριν είναι πολύ αργά» (σελ. 154).

Πιο οξυδερκής από πολλούς αντικαπιταλιστές αγωνιστές, η Κλάϊν πιστεύει «στην επαναστατική δύναμη της κλιματικής αλλαγής» και έχει χίλιες φορές δίκιο. Απαγγέλλει ένα αμείλικτο και πολύ πειστικό κατηγορητήριο ενάντια στις μεγάλες περιβαλλοντικές ενώσεις –μερικές από τις οποίες κατηγορούνται ότι ενσωματώθηκαν στο σύστημα. Για εναλλακτική λύση προτείνει την οικοδόμηση μαζικών κινημάτων. Η συγγραφέας παραδέχεται ότι «εξακολουθεί να μην υπάρχει το είδος της αντιεξουσίας που θα έχει μια πιθανότητα να αλλάξει τη κοινωνία σε βαθμό που θα συγγενεύει με εκείνο που απαιτείται»(σελ. 156). Όμως, βλέπει προδρομικά γεγονότα στις ριζοσπαστικές κινητοποιήσεις ενάντια στον εξορυκτισμό και τα μεγάλα σχέδια υποδομών, που πληθαίνουν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Το γεγονός ότι οι ιθαγενείς λαοί παίζουν συχνά ένα ρόλο-κλειδί σε αυτές τις κινητοποιήσεις είναι για την Κλάϊν μια πηγή ελπίδας, καθώς αυτοί οι λαοί έχουν μια θεώρηση της σχέσης με τη φύση διαφορετική από εκείνη της απόλυτης κυριαρχίας και του απόλυτου ελέγχου πάνω σε αυτήν που χαρακτηρίζει το καπιταλισμό και, πέρα από αυτόν, τη δυτική κουλτούρα από την εποχή του Διαφωτισμού.

Το «This changes everything» είναι ένα δυνατό βιβλίο. Θα μπορούσε να είναι ακόμα περισσότερο αν η συγγραφέας είχε αφιερώσει μερικές δεκάδες σελίδες για να εξηγήσει καθαρά το μηχανισμό της κλιματικής αλλαγής και να παρουσιάσει τις κύριες οικο-κοινωνικές συνέπειές της, αντί να μπει κατευθείαν στη καταγγελία των κλιματο-σκεπτικιστών. Μου φαίνεται πως εδώ χάθηκε η ευκαιρία να μορφώσουμε το ευρύ κοινό. Αλλά πρόκειται για μια λεπτομέρεια.

Ένα βιβλίο γεμάτο ένταση

Το «This changes everything» είναι, κατά βάση, ένα παθιασμένο βιβλίο. Η συγγραφέας το ομολογεί: «Είναι το πιο δύσκολο βιβλίο που μου έτυχε να γράψω, επειδή η έρευνα με οδήγησε να ψάξω να βρω ριζοσπαστικές απαντήσεις. Δεν έχω καμιά αμφιβολία για την αναγκαιότητά τους, αλλά αναρωτιέμαι κάθε μέρα κατά πόσο είναι πολιτικά εφικτές» (σελ. 26). Και πράγματι, η Κλάϊν αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μια αντικαπιταλιστική εναλλακτική λύση αυτοδιαχειριζόμενη, αποκεντρωμένη, οικοσοσιαλιστική και οικοφεμινιστική, από τη μια, και σε ένα σχέδιο πράσινου ρυθμισμένου καπιταλισμού, βασισμένου σε μια μεικτή μετεγκατεστημένη οικονομία, εμποτισμένη από μια ιδεολογία της φροντίδας και της σύνεσης, από την άλλη. Αυτή η ένταση εκδηλώνεται σε όλο το βιβλίο. Μια επαναστατική πνοή διαπερνά την κατάληξή του, όταν η Κλάϊν παραλληλίζει –όπως ο Μαρξ στο Κεφάλαιο!- την πάλη ενάντια στη δουλεία με την πάλη ενάντια στην ιδιοποίηση των πόρων (σελ. 458 και συνέχεια). Όμως, γράφει αλλού πως «υπάρχει επαρκής χώρος για κερδοφορία σε μια οικονομία μηδενικού άνθρακα» και ότι το εμπόδιο στην οικολογική μετάβαση προέρχεται από «τα σημερινά επιχειρηματικά μοντέλα (business models)» (σελ. 252) –και άρα όχι από την ίδια την οικονομία (σελ. 95).

Αυτή η αμφιταλάντευση ίσως να έχει σχέση με την αντίληψη που φαίνεται να έχει η Κλάϊν για την ιδεολογία του εξουσιασμού της φύσης. Η συγγραφέας έχει απόλυτα δίκιο όταν θυμίζει ότι αυτή η ιδεολογία προϋπάρχει του καπιταλισμού. Όμως, ο καπιταλισμός είναι ακριβώς η μορφή με την οποία αυτή υπάρχει σήμερα. Από αυτό δεν απορρέει ότι η κατάργηση αυτού του τρόπου παραγωγής θα εξαλείψει αυτόματα τις «εξορυξιστικές» αντιλήψεις –αντίθετα, η πάλη για «να φροντίζουμε τη φύση με σύνεση» θα πρέπει να συνεχιστεί για μια μακρά περίοδο μετά από το τέλος αυτού του συστήματος. Ωστόσο, η εξουσιαστική ιδεολογία δεν αιωρείται στον αέρα, αλλά είναι ριζωμένη στις κοινωνικές δομές. Η αντι-εξορυξιστική ιδεολογική μάχη είναι άρρηκτα δεμένη με τη μάχη ενάντια στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ειδικά με τη μάχη ενάντια στη μισθολογική εκμετάλλευση –που είναι στη πραγματικότητα μια μορφή «εξορυξιστικής» λεηλασίας του φυσικού πόρου που ονομάζεται εργατική δύναμη.

Όχι, η Γερμανία δεν είναι πρότυπο

Τούτων λεχθέντων, πρέπει να το παραδεχθούμε ταπεινά: όλες και όλοι εκείνοι που στοχάζονται πάνω σε μια κοινωνική απάντηση στη κλιματική πρόκληση βρίσκονται αντιμέτωποι με την ένταση που αναφέρει η Ναόμι Κλάϊν στο πρόλογο του βιβλίου της. Αυτό είναι απόρροια του γεγονότος ότι υπάρχει σήμερα μια ιλιγγιώδης άβυσσος ανάμεσα στον ακραίο αντικαπιταλιστικό ριζοσπαστισμό των μέτρων που επιβάλλεται αντικειμενικά να ληφθούν για να αποφευχθεί μια τρομερή καταστροφή και στο επίπεδο συνείδησης της μεγάλης μάζας του πληθυσμού. Η ακολουθητέα στρατηγική για να ριχτεί μια γέφυρα πάνω από αυτή την άβυσσο είναι αντικείμενο συζήτησης, και θα πήγαινε πολύ να κάναμε το δάσκαλο στην Κλάϊν. Όμως, ένα πράγμα μου φαίνεται ξεκάθαρο: στο ζήτημα του «πολιτικά εφικτού», δεν είναι καλά πληροφορημένη όταν φέρνει την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Μέρκελ, που βασίζεται στα feed-in-tariff, σαν παράδειγμα «πολιτικής που παίρνει αποστάσεις από τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία» (σελ. 131).

Τα feed-in-tariff είναι υποχρεωτικά τιμολόγια, που κάνουν τον πράσινο ηλεκτρισμό ανταγωνιστικό προς το «βρώμικο» ηλεκτρισμό. Όπως και τα πράσινα πιστοποιητικά, συγκεκριμενοποιούν τη φιλελεύθερη ιδέα ότι αρκεί η ενσωμάτωση των «εξωτερικών συνεπειών» για γίνουν οικο-συμβατές οι επενδυτικές αποφάσεις που βασίζονται στο κόστος-αποδοτικότητα. Στο περιβαλλοντικό επίπεδο, αυτή η ιδέα είναι καταδικασμένη να αποτύχει επειδή βάζει την ανάπτυξη της αγοράς των πράσινων τεχνολογιών πάνω από τις προσπάθειες μείωσης της ενεργειακής κατανάλωσης. Στο κοινωνικό επίπεδο, το γερμανικό σύστημα χρηματοδοτείται από μια προσαύξηση (Umlage) που παρακρατείται από τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού. Όλα τα νοικοκυριά πληρώνουν, αλλά η προσαύξηση αντισταθμίζεται και με το παραπάνω για εκείνους που έχουν επενδύσει στις ανανεώσιμες, καθώς πουλάνε τον ηλεκτρισμό σε υψηλή τιμή, εγγυημένη από το κράτος για 20 χρόνια. Τα μη προνομιούχα στρώματα πληρώνουν λοιπόν για τα προνομιούχα (άτομα, συνεταιρισμούς ή επιχειρήσεις).

Είναι αλήθεια ότι οι γερμανικοί δήμοι παράγουν και πουλάνε και αυτοί πράσινη ενέργεια. Σε αυτή τη περίπτωση, η κοινωνία επωφελείται φυσικά από μια επιστροφή με τη μορφή υπηρεσιών. Πρόκειται για μια θετική πλευρά του συστήματος, που η Κλάϊν έχει δίκιο να υπογραμμίζει, αλλά αυτό δεν αρκεί για να κάνει τη Γερμανία παράδειγμα προς μίμηση. Τρεις χιλιάδες επιχειρήσεις απαλλάσσονται του 80% της Umlage (πράγμα που αντιπροσωπεύει ένα δώρο 4 μέχρι 5 δισεκατομμυρίων Ευρώ το χρόνο). Απέχουμε πολύ από το δίκαιο αίτημα που διατύπωσε η Κλάϊν: να πληρώσουν τα ορυκτά τη μετάβαση. Αντί για αυτό, η ενεργειακή πολιτική της Μέρκελ βαθαίνει τις ανισότητες. Γενικότερα, η κυβέρνηση της καγκελαρίου συνεχίζει τη σκληρή πολιτική που πρώτος εφάρμοσε ο συνασπισμός των Πρασίνων και της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή η πολιτική καταναγκάζει 8 εκατομμύρια ανθρώπους να δουλεύουν για λιγότερα από 8 ακαθάριστα ευρώ την ώρα. Η Γερμανία δεν είναι όντως ένα «πρότυπο που δείχνει πώς να αναπτύξουμε ιδιαίτερα γρήγορα πολύ αποκεντρωμένες κλιματικές λύσεις ενώ ταυτόχρονα πολεμάμε τη φτώχεια, την πείνα και την ανεργία», όπως η Κλάϊν ισχυρίζεται απερίσκεπτα (σελ. 136)…

Και αυτό δεν εκπλήσσει επειδή ένα τέτοιο «πρότυπο» δεν υπάρχει στο καπιταλισμό καθώς αυτός βασίζεται –το λέει πολλές φορές η Κλάϊν στο βιβλίο της- στη διπλή εκμετάλλευση της φύσης και της εργασίας. Το χάσμα ανάμεσα στον αναγκαίο ριζοσπαστισμό και στο πολιτικά εφικτό δεν μπορεί τελικά να καλυφθεί παρά μόνο με την ευκαιρία μιας μεγάλης κρίσης, μιας από εκείνες «τις εξαιρετικά σπάνιες και πολύτιμες στιγμές κατά τις οποίες το αδύνατο μοιάζει ξαφνικά δυνατό», όπως διαβάζουμε στο συμπέρασμα του βιβλίου. Εδώ, η συγγραφέας εγκαταλείπει το «πολιτικά εφικτό» για να ξαναγυρίσει στο ριζοσπαστισμό. Συμμεριζόμαστε την πεποίθησή της ότι μια τέτοια στιγμή θα έλθει, πως θα συμπέσει με μια ριζοσπαστική αμφισβήτηση της εξουσιαστικής ιδεολογίας και ότι «το πραγματικό ζητούμενο είναι να ξέρουμε τι θα κάνουν σχετικά με αυτό οι προοδευτικές δυνάμεις, ποια θα είναι η δύναμη και η εμπιστοσύνη με τις οποίες θα καταπιαστούν με αυτό το ζήτημα» ώστε «όχι μόνο να καταγγείλουν τον κόσμο όπως αυτός είναι σήμερα αλλά και να οικοδομήσουν τον κόσμο που θα μας διατηρήσει όλους στη ζωή» (σελ. 466). Πέρα από επιφυλάξεις και συζητήσεις που μπορεί να προκαλέσει στους οικοσοσιαλιστές, το βιβλίο της Ναόμι Κλάϊν είναι μια συμβολή μείζονος σημασίας σε αυτή τη μάχη.

(1) «This changes everything. Capitalism vs. the Climate», Alfred A. Knopf, Canada, 2014
Μετάφραση: Γ. Μητραλιάς
--------------------------
Για το βιβλίο πληροφορίες πριν από την κυκλοφορία του ΕΔΩ 

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Ελένη Πορτάλιου: ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ


ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Η διαμόρφωση ενός εναλλακτικού αριστερού προγράμματος για τον πολιτισμό από τον ΣΥΡΙΖΑ προϋποθέτει αρχικά μια χαρτογράφηση της σημερινής πραγματικότητας στα βασικά στοιχεία που καθορίζουν την πολιτιστική παραγωγή, την κουλτούρα - με την ευρύτερη έννοια των σχετικών κοινωνικών αντιλήψεων και πρακτικών - καθώς και τα θέματα του πολιτισμικού αποκλεισμού. Σ’ αυτό το διευρυμένο πεδίο κατανόησης τίθενται οι γενικοί στόχοι ενός αριστερού κόμματος και οι ειδικότεροι που αφορούν στην πολιτιστική κληρονομιά, τα γράμματα και τις τέχνες. Καθορίζονται δηλαδή τόσο η γενική πολιτική όσο και τα όρια παρέμβασης του κράτους στον πολιτισμό.
Το κείμενο που ακολουθεί καταγράφει ένα προβληματισμό πάνω στην, κατά τη γνώμη μου, αναγκαία ευρύτερη προσέγγιση η οποία θα οδηγήσει στις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, οι θέσεις αυτές πρέπει να αφορούν τόσο την κοινωνία όσο και τα συγγραφικά /καλλιτεχνικά/επιστημονικά και λοιπά συναφή με τον πολιτισμό επαγγέλματα, να αντιμετωπίζουν με ενιαία αντίληψη τους επιμέρους τομείς και να μην προκαταλαμβάνουν την εξειδίκευσή τους από τους καθ’ ύλην αρμόδιους θεσμούς που θα τις υλοποιήσουν.

Ελένη Πορτάλιου


Α.  ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ : ΟΙ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ
      ΤΗΣ  ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Raymond Williams στην εισαγωγή του γνωστού βιβλίου του «Culture and Society, 1780-1950» αναφέρεται στις πέντε λέξεις-κλειδιά : βιομηχανία, δημοκρατία, τάξη, τέχνη και κουλτούρα,  η σημασία των οποίων στη σύγχρονη κατασκευή των εννοιών είναι προφανής και οι αλλαγές στη χρήση τους, κατά την περίοδο που ο συγγραφέας μελετά, μαρτυρούν μια γενική αλλαγή στους χαρακτηριστικούς τρόπους της σκέψης πάνω στην κοινή ζωή. Η τέχνη  εξέφραζε πριν μια οποιαδήποτε ανθρώπινη δεξιότητα. Η Τέχνη σημαίνει τώρα ένα ιδιαίτερο σύνολο δεξιοτήτων που αναφέρονται στη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Η λογοτεχνία, η μουσική, η ζωγραφική, η γλυπτική, το θέατρο συνιστούν διακριτό σύνολο από άλλες ανθρώπινες δεξιότητες και ο καλλιτέχνης είναι το πρόσωπο που τις εκφράζει. Η κουλτούρα συμπυκνώνει τις νέες σχέσεις οι οποίες δημιουργούνται στην αναδυόμενη βιομηχανική, ταξική, δημοκρατική κοινωνία αλλά και νοηματοδοτεί μια περιοχή προσωπικής και ιδιωτικής εμπειρίας, που επρόκειτο να επηρεάσει ιδιαίτερα το νόημα και την πρακτική της τέχνης 1.  
Η κουλτούρα (culture) ως όρος εμφανίζεται εκ παραλλήλου με τον όρο πολιτισμός (civilization) και συχνά ο όρος culture μεταφράζεται ως πολιτισμός, ιδιαίτερα στα επιθετικά του παράγωγα (π.χ. cultural studies - πολιτισμικές σπουδές). Δεν πρόκειται για ένα απλό ζήτημα γλωσσικής απόδοσης αλλά ούτε και για αποσαφηνισμένες αυστηρά εννοιολογικές διαφορές στη μακριά χρήση των δύο όρων. Τα ίδια τα περιεχόμενα  των εννοιών είναι διαμφισβητούμενα και συχνά ορίζονται μεταξύ τους αντιθετικά.
Ο πολιτισμός χρησιμοποιείται ενίοτε ως γενικευτικός όρος - για παράδειγμα στο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού»2 ο συγγραφέας αναφέρεται σε όλες τις πολιτικές, κοινωνικές, ιδεολογικές και καλλιτεχνικές διαστάσεις μιας ιστορικής περιόδου και μιας τάξης. Υποκείμενος σε ιδεολογικές χρήσεις, ο πολιτισμός εμφανίζει μια υπεριστορική ακαμψία και περιβάλλεται με ένα απριόρι αξιακό φορτίο, αποτελεί την ανώτερη σφαίρα της κοινωνικής παραγωγής. Αντίθετα, η αναφορά σε «πολιτισμούς» σχετικοποιεί και συγκεκριμενοποιεί χωρικά και χρονικά την απόδοση νοήματος  και περιεχομένου στον όρο. Στο βιβλίο της «Πόλεις και Αστικοί Πολιτισμοί»3 η Deborah Stevenson αναφέρεται στους μεταβαλλόμενους σε πολλαπλά επίπεδα αστικούς πολιτισμούς μέσα από την ιστορική κίνηση από τον 19ο στον 20ο αιώνα. Στις σύγχρονες ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες  η έννοια του πολιτισμού δεν έχει καμμιά αξιακή διάσταση, δεν παραπέμπει στην εξέλιξη, την πρόοδο ή μια ανώτερη κατάσταση, αλλά  αφορά όλα όσα βιώνουν, γνωρίζουν και πράττουν οι άνθρωποι ως μέλη μιας κοινότητας. Η σύγχρονη χρήση των όρων πολιτισμός της κατανάλωσης ή των μέσων μαζικής επικοινωνίας εκφράζει την ευρύτητα των περιεχομένων που αποδίδονται με τον όρο πολιτισμός4.         
Όσον αφορά τη σχέση κουλτούρας - πολιτισμού «αυτή δεν είναι τυποποιημένη αλλά δυναμική, απρόβλεπτη και συχνά άρρητη, στο βαθμό που η κουλτούρα «ήταν πάντα ένας τρόπος συνειδησιακής αποσταθεροποίησης» αφού αποτελεί την «ασυνείδητη, αθέατη όψη της βιτρίνας ενός πολιτισμού». Με αυτή την έννοια η κουλτούρα σήμερα συνιστά ουσιαστική και δημιουργική ανάληψη της διακινδύνευσης, της ενδεχομενικότητας και της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο πολιτισμό και ταυτόχρονα την υπονόμευσή του, προετοιμάζοντας τους ιστορικούς μετασχηματισμούς του»5.

Β.   ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ
       ΤΗΣ ΠΟΛΙΣΜΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

·          Ο πολιτισμός και η κουλτούρα λειτουργούν σήμερα σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και διαπερατότητας των πολιτισμικών συνόρων. Αυτά τα σύνορα είναι ανοιχτά πρωτίστως και κυρίως στις δυνάμεις κυριαρχίας και επιβολής που καθορίζουν την παραγωγή και διάδοση των προϊόντων του πολιτισμού. Η εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής παραγωγής δεν αποτελεί μια δευτερογενή, εκ των υστέρων παρέμβαση, αλλά μια συνολική διαδικασία σχεδιασμού και επιλογών που γίνονται με όρους απόσπασης υπεραξίας και συγκέντρωσης κεφαλαίων καθώς και με όρους επιβολής ηγεμονίας. Σίγουρα σ’ αυτή τη διαδικασία ο ρόλος των δυτικών μητροπόλεων και των ισχυρών οικονομικά πολιτιστικών οργανισμών και επιχειρήσεων που μετέχουν στο διεθνή ανταγωνισμό είναι καθοριστικός. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να ισοπεδώσει τις ιδιαιτερότητες της εθνικής παραγωγής πολιτισμού, καθώς οι άνθρωποι που τον δημιουργούν εκκινούν από εντοπισμένες εμπειρίες, με τις οποίες μπορεί να επικοινωνούν και παγκόσμια. Τα παραπάνω αποδεικνύει, για παράδειγμα, η άνθιση του κινηματογράφου σε περιφερειακές χώρες όπως το Ιράν, η Τουρκία, η Ελλάδα, η Πολωνία, κ.λπ. παρά την κρίση και τα αυταρχικά καθεστώτα.
·          Τα μείζονα προβλήματα που ανακύπτουν στη σύγχρονη εποχή αφορούν όχι μόνο στην αγοραία αξιολόγηση των επιλογών που γίνονται αλλά και στις διαφοροποιημένες αγορές των αγαθών και υπηρεσιών του πολιτισμού. Εδώ οι διακρίσεις έχουν σαφώς ταξικό χαρακτήρα, καθώς οι λαϊκές τάξεις στερούνται κατά τεκμήριο τις υλικές και πνευματικές προϋποθέσεις πρόσβασης στις πιο δυσπρόσιτες κατηγορίες των γραμμάτων και των τεχνών. Η κυριαρχία των ΜΜΕ ως βασικού ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους είναι καταλυτική καθώς αυτά έχουν υποκαταστήσει τη δημόσια σφαίρα, δηλαδή μια αυτόνομη από το κράτος συγκρότηση της κοινωνίας των πολιτών, όπου οι άνθρωποι μπορούν να μιλούν και να σκέφτονται σε συνθήκες σχετικής ελευθερίας.
Ο πολιτιστικός έλεγχος εκκινεί από τον έλεγχο των οικονομικών πόρων αλλά και του πολιτισμικού κεφαλαίου (γνώσεις, τυπικά προσόντα, δεξιότητες, καλλιτεχνική αγωγή/γούστο), με τους κυρίαρχους καλλιτέχνες και συγγραφείς, να μετατρέπουν το πολιτισμικό τους κεφάλαιο σε οικονομικό. 
·          Η πρόσβαση και η πρόσληψη των πολιτισμικών αγαθών, αλλά και η ίδια η δημιουργικότητα των ανθρώπων, έχουν μια σχέση αλληλεξάρτησης με τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές και οικονομικές συνθήκες. Ωστόσο, οι λαϊκές τάξεις δεν παραδίδονται στον πολιτιστικό έλεγχο αμαχητί. Αντίθετα, επινοούν στρατηγικές διαφυγής και επιβίωσης, όπως αυτές που ανέδειξε για τον χώρο της πόλης και της καθημερινής ζωής  ο Michel de Certeau, ως πρακτικές υπονόμευσης των κωδίκων και στοχαστικές πράξεις αντίστασης/ανατροπής. Ανάλογα αναφέρεται ο Mikhail Bakhtin για το καρναβάλι που «επιβεβαιώνει τη σημασία της αλληλεγγύης των καθημερινών ανθρώπων, αφενός, και τη ζωτικότητα της κουλτούρας τους, αφετέρου»6.
Αυτό που θα ονομάζαμε λαϊκή κουλτούρα, παρότι αποσπασματική, αντιφατική και καθόλου ανεπηρέαστη από την κυρίαρχη, διατηρεί στοιχεία αυθεντικότητας με τη μορφή πραγματικών εστιών δημιουργίας. Θα μπορούσα να αναφέρω ως παραδείγματα τα πανηγύρια, τη λαϊκή μουσική και τον χορό αλλά και τις αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις σχολικών ομάδων από λαϊκές συνοικίες, που παρουσιάστηκαν πριν μερικά χρόνια σε φεστιβάλ στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Επίσης, την καλλιτεχνική άνθιση παλαιότερα Πολιτιστικών Εργαστηρίων Δήμων, με εξαιρετικό παράδειγμα αυτό της Καλαμάτας επί δημαρχίας Σ. Μπένου.
·          Πέραν του ερασιτεχνισμού, στη σημερινή Ελλάδα της οικονομικής ένδειας και του κρατικού αυταρχισμού υπάρχει σημαντική κίνηση και ποιοτική παραγωγή στους διάφορους τομείς του πολιτισμού (γράμματα, τέχνες, πολιτιστική κληρονομιά). Χιλιάδες νέοι καλλιτέχνες, με ίδιους πόρους ή/και αξιοποιώντας τις ελάχιστες θεσμικές - οικονομικές δυνατότητες, έχουν να επιδείξουν αξιόλογα δείγματα γραφής. Οι θεατρικές ομάδες και σκηνές πολλαπλασιάζονται και επιβιώνουν, ο ελληνικός κινηματογράφος ανθεί και διακρίνεται διεθνώς, η μουσική διασχίζει τα σύνορα και τροφοδοτεί τα υπόγεια ρεύματα προσωπικής έκφρασης και συλλογικής επικοινωνίας, οι εικαστικοί καλλιτέχνες αναζητούν νέες, κοινές μορφές δημόσιας παρουσίας, η ποίηση - κατά παράδοξο τρόπο - αυξάνει την κυκλοφορία της, ενώ γενικά τα βιβλία εξακολουθούν, μετά βασάνων και κόπων, να εκδίδονται και να διαβάζονται.
Δημόσιοι πολιτιστικοί οργανισμοί, όπως το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, η Λυρική Σκηνή, το Εθνικό Θέατρο, το Φεστιβάλ Αθηνών, το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας έχουν ανανεωθεί ριζικά με πολύ αξιόλογα προγράμματα που προσελκύουν ένα πολυπληθές κοινό. Το ίδιο ισχύει και για ιδιωτικούς φορείς, όπως το Μέγαρο Μουσικής ή το Μπενάκειο Μουσείο, εδώ όμως τίθεται το θέμα της δημόσιας χρηματοδότησης, στο οποίο θα επανέλθουμε. Επίσης, τα Φεστιβάλ Κινηματογράφου (Θεσσαλονίκη, Δράμα, Χαλκίδα), ανοιχτά στις διεθνείς ανταλλαγές και σε εκατοντάδες εγχειρήματα νέων ανθρώπων, αποτελούν σημαντικούς θεσμούς με μεγάλη συμμετοχή καλλιτεχνών και κοινού. Όλη αυτή η παραγωγή συνυπάρχει με τον μαρασμό άλλων τομέων και θεσμών, όπως οι ορχήστρες μουσικής, τα περιφερειακά θέατρα και εν μέρει το Φεστιβάλ Επιδαύρου. Είναι, επίσης, γνωστό ότι οι υπηρεσίες που ασχολούνται με την πολιτιστική κληρονομιά εργάστηκαν για την ανάδειξή της κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, ώστε σήμερα να είναι επισκέψιμος ένας μεγάλος αριθμός μνημείων παγκόσμιας αξίας. Η Ελλάδα είναι γεμάτη ιστορικά μνημεία (αρχαία, βυζαντινά, νεότερα, λαϊκά), που η ανάδειξή τους συμβάλλει στην ταυτότητα κάθε τόπου, στην εξοικείωση των πολιτών με την ιστορία, στην πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Ανάλογο ρόλο μπορούν να διαδραματίζουν τα ιστορικά μουσεία που, όμως, σήμερα υπολειτουργούν ή παραμένουν κλειστά.
·          Οι παραπάνω πολιτισμικές δυνάμεις αποτελούν από κοινού τους ανθρώπινους πόρους σε μια προσπάθεια αλλαγής της σημερινής κατάστασης. Παραταύτα, αδυνατούν να απαντήσουν σε δύο μείζονα προβλήματα τα οποία χρειάζονται ριζική πολιτική αντιμετώπιση : την αποκέντρωση και τον πολιτισμικό αποκλεισμό των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, στις οποίες συγκαταλέγονται οι μετανάστες/στριες και οι γηγενείς νεόπτωχοι  της σύγχρονης καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Όσο κι αν γεμίζουν με «τέχνη και δάκρυα» κάποια κενά του πολιτισμού στην εποχή της κρίσης, ο μεγάλος αριθμός ανθρώπων παραμένει αποσυνάγωγος ή, όταν έχει σπίτι και ρεύμα, η μοναδική δίοδος κοινωνικής επαφής και διασκέδασης (όχι ψυχαγωγίας) είναι η τηλεόραση. 

Γ.  Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ  ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Τα σημαντικά έργα αλλά και όλα τα έργα παράγονται σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, σ’ ένα κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον που ευνοεί τη δημιουργία τους.
·          Στο συγκλονιστικό πολιτικό του κείμενο - τον Επιτάφιο, ο Περικλής εκφωνεί το περίφημο «Φιλοκαλούμεν γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας». Αυτή η φράση δεν θα μπορούσε να ειπωθεί και κυρίως να υπάρξει, ως πρακτική κατάσταση ζωής δια μέσου της ομορφιάς και της σοφίας, εάν δεν υπήρχε η πολιτική συνθήκη ενός δημόσιου χώρου και ενός δημόσιου χρόνου που δημιούργησε η  αρχαία πόλις και πολύ συγκεκριμένα η Αθήνα στη χρυσή εποχή της ακμής της. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ γεννήθηκε η Αθηναϊκή τραγωδία και αναγέρθηκε ο Παρθενώνας.
·          Η αναδυόμενη αστική τάξη της Δύσης, στη μακριά διάρκεια ανόδου της ως κυρίαρχη τάξη, δεν ανέπτυξε μόνο τις παραγωγικές δυνάμεις αλλά δημιούργησε, επίσης, ένα πολιτισμικό σύμπαν ιδεών, μεθόδων σκέψης, αρχιτεκτονικών μνημείων, ζωγραφικής, γλυπτικής, μουσικής, φιλοσοφίας. Από το σύμπαν αυτό γεννήθηκε, για παράδειγμα, το μυθιστόρημα σε μια συγκεκριμένη στιγμή μέσα από τη δημόσια σφαίρα που προετοίμασε τη Γαλλική Επανάσταση.
·          Η  Ρώσικη Επανάσταση λειτούργησε απελευθερωτικά, τόσο πριν εκδηλωθεί όσο και στα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας, για τα λεγόμενα πρωτοποριακά ρεύματα της τέχνης. Η επιθυμία καταστροφής του παλιού κόσμου οδήγησε ορισμένα κινήματα και καλλιτέχνες   σε απόψεις για τον θάνατο της αστικής τέχνης, όμως αυτή η πρωτοπορία συνυπήρχε με την τεράστια κληρονομιά στη λογοτεχνία και τις παραστατικές τέχνες όπως και με άλλα σύγχρονα ρεύματα  σ’ ένα διάλογο πάθους. Η «διαισθητική» αντίληψη για τη σχετική αυτονομία της τέχνης και η θέση ότι το προλεταριάτο πρέπει να κατακτήσει την αστική κουλτούρα, φορείς των οποίων αποτέλεσαν ηγετικά στελέχη της επανάστασης όπως ο Τρότσκι, διαφύλαξαν την ελευθερία της τέχνης συνολικά και τη δημιουργική πολυδιάστατη ανάπτυξή της.
Μέσα στη Ρώσικη Επανάσταση συντελέστηκε, παρά την οικονομική ένδεια, μια πραγματική πολιτιστική επανάσταση με τον αγώνα για ν’ αντιμετωπιστεί ο αναλφαβητισμός και να προωθηθούν νέα εκπαιδευτικά συστήματα που βασίζονταν στις πιο πρωτοποριακές παιδαγωγικές μεθόδους. Εξ άλλου,  οι καλλιτέχνες ξεχύθηκαν σε όλη τη χώρα και έθεσαν τις τέχνες τους στην υπηρεσία του λαού. Όλα αυτά άρχισαν να σβήνουν  γρήγορα, ήδη από το 1923 όταν ξεκίνησε ο εκφυλισμός της επανάστασης. 
·          Όπως έχει ήδη αναφερθεί, από το τέλος του 18ουαι. γενικεύεται και βαθαίνει ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, ο οποίος καθορίζει τόσο τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα όσο και τις διαδικασίες  παραγωγής και διακίνησης των έργων τέχνης. Τότε,  επίσης, θεσμοθετείται, ως ταυτοτικό στοιχείο του αναδυόμενου εθνικού κράτους, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η πρόσβαση στα έργα τέχνης και η απόκτησή τους προσλαμβάνουν μαζικό χαρακτήρα, ταυτόχρονα διαμορφώνεται η διάκριση ανάμεσα στην «υψηλή τέχνη» και τη μαζική κουλτούρα. Η διάδοση των πολιτισμικών αγαθών αφορά εκατομμύρια ανθρώπους ενώ η παρουσίαση και ερμηνεία τους δημιουργεί νέες ειδικότητες, νέους τομείς έρευνας και επιστημών. Οι καλλιτέχνες δεν αναφέρονται πια στην Εκκλησία, τις πριγκηπικές και βασιλικές αυλές, τα συμβούλια των πόλεων και τους πλούσιους εμπόρους, αλλά απευθύνονται στην αγορά. Η τέχνη σπουδάζεται στον ακαδημαϊκό χώρο ενώ πολλά ρεύματα συμβιώνουν στο καλλιτεχνικό στερέωμα.
·          Στα δημοκρατικά καθεστώτα της Δύσης οι μεταπολεμικές δεκαετίες υπήρξαν γόνιμες για την παιδεία και τον πολιτισμό, καθώς η περίοδος αυτή καθορίστηκε από πολύ σημαντικά κινήματα και μεγάλες κοινωνικές εξεγέρσεις. Το σημαντικό είναι ότι η γενικευμένη πνευματική κίνηση άλλαξε ριζικά τους θεσμούς, δημιούργησε μεγάλες δυνατότητες πρόσβασης στα πολιτισμικά αγαθά των λαϊκών τάξεων και ριζοσπαστικοποίησε τη λαϊκή κουλτούρα συνολικά.  

Δ.