Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

...και το 2015 βαδίζουμε τον Οικοσοσιαλιστικό δρόμο με αποφασιστικότητα, ενότητα και αλληλεγγύη


Μάκη Κουζέλη "Αυταρχισμός και ηγεμονία. Δέκα θέσεις για την Ευρώπη κι εμάς"

Ο Μάκης Κουζέλης διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το κείμενο στηρίζεται σε εισήγησή του στο Διεθνές Συνέδριο «Κρίση, Κράτος και Δημοκρατία. Αξιοποιώντας τη θεωρία του Νίκου Πουλαντζά (στην ανωτέρω φωτογραφία) για την αντιμετώπιση του αυταρχικού καπιταλισμού» (12-13 Δεκεμβρίου 2014).


Οι θέσεις που ακολουθούν συνοψίζουν, κάπως σχηματικά για να προκαλέσουν αντεπιχειρήματα, σκέψεις σχετικά με τα ζητήματα εξουσίας και ηγεμονίας στην Ευρώπη, από τη σκοπιά του ελληνικού κοινωνικού και πολιτικού παρόντος. Η διατύπωσή τους αντλεί, έστω και χωρίς άμεσες βιβλιογραφικές αναφορές, από τα γόνιμα θεωρητικά σχήματα και τα εννοιολογικά εργαλεία του Νίκου Πουλαντζά, από ό,τι μας έμαθε μέσω των κειμένων του και από όσα μας δασκάλεψε από κοντά.

1. Θέση 1η: Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσεται ως μια δομή οικονομικής ισχύος και εξουσίας και απομακρύνεται όλο και περισσότερο από το υποτιθέμενα προσδοκώμενο μιας υπερ-εθνικής κρατικής οργάνωσης. Η δυναμική αυτή θεμελιώνεται στην απόλυτη σχεδόν επικράτηση μιας οικονομίστικης ιδεολογίας συνδεδεμένης με ό,τι ονομάστηκε νεοφιλελευθερισμός.

2. Ισχυρίζομαι επομένως, Θέση 2η, πως –ως προς την πορεία της Ε.Ε.– είναι μια ιδεολογική δύναμη που καθόρισε τον μονόπλευρα οικονομικό ορισμό του πολιτικού μορφώματος. Αυτό εννοεί πως αν συγκεκριμένες μορφές και τμήματα του κεφαλαίου όχι απλώς επέβαλαν μια υπέρ τους αναδιάταξη του μπλοκ εξουσίας και του συσχετισμού δυνάμεων στο σύνολο των ταξικών σχέσεων αλλά και αναπροσδιόρισαν τους όρους στη σφαίρα της κυκλοφορίας αλλά και της ίδιας της παραγωγής, η τόσο χαρακτηριστική αυτή δυναμική ύστερης ευρωπαϊκής νεωτερικότητας δεν θα ήταν νοητή αν δεν εκκινούσε από μια σαφή ιδεολογική κυριαρχία του λόγου περί ανταγωνισμού, ελεύθερης αγοράς, περί πρωτοκαθεδρίας της ιδιωτικής οικονομίας, περί προσδιορισμού των πάντων από το χρήμα – το χρήμα, ούτε καν το κεφάλαιο.

Οι ιδεολογικοί όροι που επιβλήθηκαν μετά την έκλειψη του «αντίπαλου δέους» της Σοβιετικής Ένωσης ως πολιτική νίκη της αστικής τάξης και των πιο επιθετικών τμημάτων της, είναι εκείνοι που επέτρεψαν τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, όπως και την πλήρη αποδόμηση των πολιτικών ερεισμάτων που συνδέονταν με αυτό, την πλήρη αποδόμηση της σοσιαλδημοκρατίας.

3. Η κρισιμότερη πολιτική συνέπεια αυτής της συμπαγούς ιδεολογικής κυριαρχίας είναι,Θέση 3η, η αποσταθεροποίηση της δημοκρατίας και η άρση κρίσιμων θεσμικών της προϋποθέσεων, όπως δείχνει η καθημερινότητα του αυταρχισμού του εκτελεστικού σε εθνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο, ενός αυταρχικού νεο-βοναπαρτισμού. Οι αξιώσεις ισότητας και αλληλεγγύης που δίνουν κοινωνικό και δημοκρατικό περιεχόμενο στην ελευθερία, αδρανοποιήθηκαν κάτω από την επιταγή αχαλιναγώγητης κερδοσκοπικής ανάπτυξης. Η διαρκής αντίφαση καπιταλισμού και δημοκρατίας επιλύεται υπέρ του πρώτου, ή μάλλον οι συνέπειες αυτής της αντίφασης επιλύονται στη σημερινή συγκυρία υπέρ του κεφαλαίου.

Γιατί θα πρέπει να θυμίσω ότι από καμιά διαδικασία δεν απουσιάζουν οι ταξικές συγκρούσεις και κυρίως ότι αυτό που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι ο περιορισμός του ιδεολογικού και του πολιτικού στην εξασφάλιση των συνθηκών αυτόνομης λειτουργίας του οικονομικού, στην εξασφάλιση, της «αυτόματης» οικονομικής αναπαραγωγής.

4. Κι αυτό μας φέρνει στην 4η Θέση: η μονοδιάστατη, μονόπλευρη επίλυση της σύγκρουσης μεταξύ επιταγών αξιοποίησης του κεφαλαίου και αξιώσεων κοινωνικής δικαιοσύνης αίρει δυνάμει τις προϋποθέσεις ομαλής λειτουργίας του οικονομικού αυτοματισμού, εισάγοντας ή επανεισάγοντας ορατούς πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους στην αναπαραγωγή. Κι αυτό σημαίνει όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων στα πεδία αυτά. Η κραυγαλέα ανισότητα απαιτεί ιδεολογική κυριαρχία πολύ πέραν του συνήθους καπιταλιστικού κυνικού ρεαλισμού και πολιτική διακυβέρνησης πέραν της πειθαρχίας και της ρύθμισης του καθημερινού βίου. Οι πρακτικοί λόγοι που επαναφέρουν πρωτο-νεωτερικές συνθήκες διαχείρισης μαζών συναρθρώνονται όμως δυνητικά με προωθημένες μορφές αντίστασης, τις καθιστούν αναγκαίες και προοπτικά δυνατές. Στην ταξική σύγκρουση που εκδηλώνεται πολιτικά το κρίσιμο είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό η δυνατότητα του αστικού λόγου να αποπροσανατολίζει και αντιστρόφως η δυνατότητα του αριστερού λόγου να δίνει πολιτική και κοινωνική διέξοδο. Το περιεχόμενο του Ευρωπαϊσμού είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Επιστρέφω στην πρώτη Θέση και στα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο μονοδιάστατα οικονομικός ορισμός της, η ούτε καν για τα προσχήματα δημοκρατική οργάνωσή της και η πλήρης κατάρρευση του νομιμοποιητικού λόγου περί ευρωπαϊκής πολιτειότητας αντιστοιχούν σε δυο κρίσιμες για τη συζήτησή μας συνεπαγόμενες εξελίξεις.

5. Αφενός, Θέση 5η, σε μια Ευρώπη ενοποιημένη μονόπλευρα ως προς την αγορά εμπορευμάτων και υπηρεσιών, οι κοινωνικές συγκρούσεις και ο ταξικός αγώνας παραμένουν εθνικά προσδιορισμένα. Η δε παρουσία και παρέμβαση των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τείνει να δυσχεραίνει και ταυτοχρόνως να αποκρύπτει την εκδήλωση αυτών των συγκρούσεων. Ο αγώνας των λαϊκών δυνάμεων ενάντια στην αστική κυριαρχία εξακολουθεί, παρά τις διαρκείς επικλήσεις των υποστηρικτών της, να δίνεται εντός των κρατών, ενάντια στις εθνικά προσδιορισμένες αστικές τάξεις και ενάντια στα συμφέροντα τού, εντός της διεθνοποίησης εθνικά οροθετημένου, κεφαλαίου.

6. Αφετέρου, Θέση 6η, εντός αυτής της Ευρώπης, ενοποιημένης υπό όρους οικονομισμού, η Γερμανία ασκεί ένα ρόλο εκβιαστικής οικονομικής κυριαρχίας με αξιώσεις πολιτικής αναγνώρισης και μη θεμελιώσιμης ηγεμονίας. Μη θεμελιώσιμης καθώς ούτε το διεθνές μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον την διευκολύνει, ούτε η Γερμανία ως κέντρο συμβολικής και πραγματικής ισχύος μπορεί να την καθιερώσει. Ο νεοφιλελευθερισμός ηγεμονεύει, ασκώντας πράγματι αντίστοιχη επιρροή και γοητεία σε κοινωνικές δυνάμεις, στρώματα και ατομικές βιογραφίες. Αυτό όμως δεν επαρκεί για να αναδείξει σε ηγεμονικό το λόγο που εκφέρεται προς το συμφέρον μιας εθνικής οικονομίας και παρουσιάζεται ως ευρωπαϊκός, απλώς και μόνο επειδή αποτελεί την διεθνική εφαρμογή των όρων του νεοφιλελεύθερου οράματος.

Κι εδώ έχουμε σχεδόν μια αρνητική αντιστροφή της σχέσης που διαπιστώσαμε στην αρχή: η οικονομική δύναμη δεν επιβάλλεται αυτομάτως ως ιδεολογική και πολιτική αρχή. Όταν και όσο η Γερμανία προβάλλει ρεαλιστικά την πραγματική βάση επί της οποίας αξιώνει ηγεμονία, το επιχείρημα του οικονομισμού στρέφεται εναντίον της: είναι «απλώς» η οικονομία, «γυμνό» κέρδος.

Μπορεί να υπαγορεύει πολιτικές και στρατηγικές αναπαραγωγής αλλά δεν μπορεί να κινητοποιεί συμμαχίες στηριγμένες σε συναίνεση, να αναπτύσσει ιδεολογικά ενισχυμένες εκστρατείες ή και να αυτοπαρουσιάζεται ως υπόδειγμα στάσης.

Η ασυμμετρία στη διαμόρφωση του καθεστώτος κυριαρχίας μεταξύ της οικονομικής, της πολιτικής και της ιδεολογικής του διάστασης χαρακτηρίζει τη θέση της Γερμανίας στην Ευρώπη επειδή χαρακτηρίζει τις συνολικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν με την ανασυγκρότηση του μπλοκ εξουσίας (υπέρ ορισμένων μορφών κεφαλαίου και υπέρ ορισμένων εκπροσώπων του που ναι μεν υπόκεινται στη διεθνοποίηση, αλλά λειτουργούν ως εθνικά προσδιορισμένα συμφέροντα). Κι αυτές οι συνολικές συνθήκες μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως συνθήκες κρίσης.

7. Θέση 7η, λοιπόν: η πρόσφατη οικονομική κρίση μπορεί να ερμηνευθεί και ως συνέπεια επιθετικών αστικών πολιτικών που αποσκοπούν στη συρρίκνωση της επιρροής των συμφερόντων της εργατικής τάξης, στην εξουδετέρωση της ανάγκης για κοινωνική συναίνεση, ή, όπως ήδη σημείωσα, και στον περιορισμό των αντιπροσωπευτικών λειτουργιών της δημοκρατίας. Στο πεδίο της ιδεολογίας η επιβολή των συνθηκών της κρίσης αλλά και η ανακατανομή ισχύος που την προκάλεσε συνδέονται με τη ήττα των σοσιαλιστικών ιδεών και την επικράτηση ενός λόγου που αναδεικνύει κάθε κριτική στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο ως αντίθετη στα δεδομένα, ως αντιπραγματική.

8. Στην πολιτική σκηνή, ο νέος συσχετισμός δυνάμεων που προέκυψε από αυτές τις μετατοπίσεις εκφράστηκε σε μια σαφή μεταβολή του μεταπολεμικού τοπίου. Η μετά το 1989 διάταξη στην πολιτική εκπροσώπηση των αστικών δυνάμεων, αυτή είναι η 8η Θέση,εξουδετέρωσε την παραδοσιακή διχοτόμηση μεταξύ χριστιανοδημοκρατίας και σοσιαλδημοκρατίας, αναδεικνύοντας ένα ενιαίο νεοφιλελεύθερο –και σαφώς δεξιό– χώρο. Και ταυτοχρόνως, επέτρεψε τη νομιμοποίηση προηγουμένως περιθωριοποιημένων πολιτικών ιδεολογιών, συνδεδεμένων με ανοικτό εθνικισμό, ξενοφοβία, κοινωνικό ή ακόμα και βιολογικό ρατσισμό. Ο νέος ακροδεξιός πόλος τρέφει και τρέφεται από τη ριζοσπαστικοποίηση προηγουμένως συντηρητικών συμπεριφορών, συνδεδεμένων με την απαξίωση της συμμετοχής και τη γενικευμένη ηθική καταγγελία της πολιτικής.

9. Η ανάδειξη ενός ριζοσπαστικού αλλά και ισχυρού πόλου οργάνωσης και εκπροσώπησης των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων, που να μεταβάλλει δραστικά το πολιτικό σκηνικό αποτελεί, αυτή είναι η 9η Θέση, μια από τις δύο ιδιαιτερότητες της μορφής και βεβαίως του βάθους που έλαβε η αναδιάταξη του συσχετισμού δύναμης στην Ελλάδα.

Η κατάκτηση μιας θέσης από την οποία διεκδικεί άμεσα την πολιτική εξουσία δίνει στο ΣΥΡΙΖΑ ταυτοχρόνως και τη δυνατότητα, όπως όμως και την κύρια πολιτική και κοινωνική ευθύνη να αναχαιτίσει την ελληνική έκφραση της άκρας δεξιάς. Στη μορφή και την ιδεολογία της έγκειται η δεύτερη ελληνική ιδιαιτερότητα. Τη διατυπώνω ως τη 10η και τελευταία Θέση:

10. Στην Ελλάδα, το υφιστάμενο, στιγματισμένο όμως και απονομιμοποιημένο, φασιστικό δυναμικό υπόλοιπο του Eμφυλίου και της δικτατορίας, αναδιοργανώθηκε και εκφράστηκε με τη Χρυσή Αυγή σε ένα ανοικτά ναζιστικό σχήμα, που τρέφεται από την αποσταθεροποίηση της δημοκρατίας και την παγίωση συνθηκών εξαίρεσης.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Ολιβιέ Μπεζανσενό,Μικαέλ Λοουί: Για τη σύγκλιση μαρξιστών και ελευθεριακών, της κόκκινης και της μαύρης σημαίας


[Πληροφορίες για το βιβλίο ΕΔΩ]


Για τη σύγκλιση μαρξιστών και ελευθεριακών, της κόκκινης και της μαύρης σημαίας

Πριν από μερικούς μήνες, κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα μικρό βιβλίο που μοιάζει «καταδικασμένο» να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της διεθνούς αριστεράς, και ειδικότερα της ριζοσπαστικής. Το βιβλίο αυτό έχει τον εύγλωττο τίτλο«Επαναστατικές συγγένειες-Τα κόκκινα και μαύρα άστρα μας», και για υπότιτλο «Για μια αλληλεγγύη μεταξύ μαρξιστών και ελευθεριακών». Οι συγγραφείς του δεν είναι καθόλου άγνωστοι, πρόκειται για τον ηγέτη του γαλλικού Νέου Αντικαπιταλιστικού κόμματος (ΝΡΑ) Ολιβιέ Μπεζανσενό και τον Γαλλο-Βραζιλιάνο μαρξιστή φιλόσοφο, κοινωνιολόγο και οικοσοσιαλιστή Μικαέλ Λοουί.

Φυσικά, μόνον η ιστορία θα κρίνει κατά πόσο αυτό το μικρό βιβλίο θα αφήσει βαθιά ίχνη στη πορεία των λόγων και των πράξεων της απανταχού γης ριζοσπαστικής αριστεράς. Προς το παρόν, δίνουμε απλώς μια πρόγευσή του, με τα δυο αποσπάσματα που ακολουθούν, αλλά και με την τελευταία παράγραφο του, στην οποία οι δυο συγγραφείς του δηλώνουν απερίφραστα ότι:

«Πιστεύουμε, και αυτό το βιβλίο διακατέχεται από αυτή την ελπίδα, ότι οι μελλοντικές χειραφετητικές μάχες του αιώνα μας θα δουν τη σύγκλιση, στη δράση και στη σκέψη, των δυο μεγάλων επαναστατικών ρευμάτων του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, του μαρξισμού και του αναρχισμού, της κόκκινης σημαίας και της μαύρης σημαίας».

Γ.Μ.


Προλεγόμενα

Οι ιστορίες του εργατικού κινήματος αφηγούνται με λεπτομέρειες τις διαφωνίες, τις συγκρούσεις και τις αναμετρήσεις μεταξύ μαρξιστών και αναρχικών. Οι οπαδοί των δυο ρευμάτων δεν έχουν παραλείψει να συγγράψουν θεωρητικές ή ιστοριογραφικές εργασίες καταγγέλλοντας τις κακοήθειες του αντιπάλου. Ορισμένοι μάλιστα ειδικεύτηκαν σε αυτή την ηθική «εκτέλεση» του Άλλου. Ιδού ένα διάσημο παράδειγμα, που είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: Πρόκειται για τον Ιωσήφ Στάλιν, ένα από τα πρώτα βιβλία του οποίου έχει τον τίτλο Αναρχισμός ή Σοσιαλισμός; (1907). Σύμφωνα με τον μελλοντικό γενικό γραμματέα, «Εκτιμούμε ότι οι αναρχικοί είναι πραγματικοί εχθροί του μαρξισμού. Κατά συνέπεια, αναγνωρίζουμε ότι πρέπει να διεξάγουμε πραγματική πάλη ενάντια σε πραγματικούς εχθρούς». Γνωρίζουμε τη συνέχεια…

Ο στόχος αυτού του μικρού βιβλίου είναι ακριβώς το αντίθετο. Τάσσεται στον αστερισμό της Πρώτης Διεθνούς –της οποίας γιορτάζουμε φέτος την 150η επέτειο της ίδρυσης- μιας πλουραλιστικής επαναστατικής Ένωσης που γνώρισε, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της, σημαντικές συγκλίσεις μεταξύ των δυο ρευμάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς. Υπάρχει λοιπόν μια άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας, όχι λιγότερο σημαντική, αλλά συχνά ξεχασμένη, και μερικές φορές συνειδητά παραγκωνισμένη: εκείνη των συμμαχιών και της ενεργούς αλληλεγγύης, εδώ και ένα αιώνα, και μέχρι σήμερα, μεταξύ αναρχικών και μαρξιστών. Σίγουρα, δεν υποτιμούμε τις συγκρούσεις, και ειδικά την αιματηρή σύγκρουση της Κρονστάνδης (1921), στην οποία αφιερώνουμε ένα ολόκληρο κεφάλαιο αυτού του δοκιμίου. Όμως, παρόλα αυτά, υπήρξε και η αδελφοσύνη στο κοινό αγώνα, από τη Κομμούνα του Παρισιού μέχρι και τις μέρες μας. Θα ενδιαφερθούμε επίσης για μερικά πρόσωπα –από τη Λουίζ Μισέλ μέχρι τον υποδιοικητή Μάρκος- που προκάλεσαν τη προσοχή αλλά και τη συμπάθεια τόσο των μαρξιστών όσο και των ελευθεριακών, καθώς και για ορισμένους στοχαστές που αντιπροσωπεύουν μια ελευθεριακή μαρξιστική ευαισθησία: τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Ντανιέλ Γκερέν.

Τέλος, θα καταπιαστούμε με κάποια από τα ζητήματα που δίχασαν πάντα μαρξιστές και ελευθεριακούς, όχι για να «κλείσουμε τη συζήτηση», αλλά για να εκμεταλλευτούμε μερικές δυνατότητες σύγκλισης. Αυτό το τμήμα του βιβλίου δεν έχει καμιά πρόθεση να είναι εξονυχιστικό: συζητάμε μερικά προβλήματα, όπως τη «κατάκτηση της εξουσίας», τον οικοσοσιαλισμό, το σχεδιασμό της οικονομίας, το φεντεραλισμό, την άμεση δημοκρατία, τη σχέση συνδικάτο/κόμμα.

Κοινή μας πεποίθηση είναι ότι το μέλλον θα είναι κόκκινο και μαύρο: ο αντικαπιταλισμός, ο σοσιαλισμός ή ο κομμουνισμός του 21ου αιώνα θα πρέπει να αντλήσουν από αυτές τις δυο πηγές του ριζοσπαστισμού. Επιθυμία μας είναι λοιπόν να σπείρουμε μερικούς σπόρους ελευθεριακού μαρξισμού, με την ελπίδα ότι θα βρουν γόνιμο έδαφος για να αναπτυχθούν και να δώσουν φύλλα και καρπούς.

Σημείωση: Μοιραστήκαμε τα κεφάλαια αυτού του μικρού βιβλίου. Καθένας μας έχει το δικό του στυλ και τρόπο προσέγγισης, αλλά συζητήσαμε το περιεχόμενο, που εκφράζει τις κοινές μας ιδέες. Δυο από τα κείμενα φέρουν υπογραφές: το γράμμα στη Λουίζ Μισέλ (Ολιβιέ Μπεζανσενό) και το ένθετο πλαίσιο για τον Μπενζαμέν Περέ (Μικαέλ Λοουί).

Γράμμα στη Λουίζ Μισέλ (1830-1905)

Αυτό το γράμμα πιθανόν να σε είχε βρει αντίθετη, εσένα, την επαναστάτρια που δεν ανεχόταν τη προσωπολατρία. Όμως, βλέπεις, εδώ στη Γαλλία, πάνω από εκατό χρόνια μετά από το θάνατό σου, η εξουσία –που αξίζει περισσότερο από ποτέ να μην εμπιστευόμαστε- δεν γιορτάζει παρά μόνο την επέτειο των νικητών. Μετά από δυο αιώνες, ο Ναπολέων, ναι αυτός, είναι πάντα στις πρώτες σελίδες. Η Κομμούνα του Παρισιού, πρώτη επανάσταση που έγινε από και για το λαό, δεν προκαλεί πια συζητήσεις ή συζητιέται ελάχιστα. Και όμως, η άνοιξη του 1871 άφησε να αχνοφανεί αυτό που μέχρι τότε δεν ήταν παρά ένα σχέδιο: μια κοινωνία διαφορετική από τη καπιταλιστική που αποδεικνυόταν εφικτή. Μερικές βδομάδες, είναι λίγες. Όταν όμως μια επανάσταση επιταχύνει το χρόνο, τα νούμερα και τα μεγέθη τρελαίνονται –αυτή η εμπειρία θα έπρεπε να μοιάζει με αιώνες για τους συντρόφους σου και για σένα, και χωρίς αμφιβολία μια αιωνιότητα για τους Βερσαγιέζους αντεπαναστάτες. Μια αιωνιότητα συρρικνωμένη σε μερικές αράδες μέσα στα εγχειρίδια της ιστορίας μας, μια αιωνιότητα ακρωτηριασμένη, κατσιασμένη από τον οδοστρωτήρα της πάντα κυρίαρχης ενιαίας σκέψης.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Daniel Tanuro: "Βέλγιο, μετά από τη τεράστια επιτυχία της γενικής απεργίας της 15ης Δεκεμβρίου: Προς μια μείζονα αναμέτρηση!"


Daniel Tanuro: "Βέλγιο, μετά από τη τεράστια επιτυχία της γενικής απεργίας της 15ης Δεκεμβρίου: Προς μια μείζονα αναμέτρηση!"
Η 24ωρη απεργία που κινητοποίησε τη βέλγικη εργατική τάξη τη Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου ήταν μια τεράστια επιτυχία. Όλη η χώρα παρέλυσε εντελώς: η Φλάνδρα, η Βαλονία και οι Βρυξέλλες, ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας, η βιομηχανία και οι υπηρεσίες, οι μεταφορές και το εμπόριο, οι μεγάλες και οι μικρές επιχειρήσεις. Είχαμε να δούμε ένα τόσο μαζικό κίνημα από την απεργία του Νοέμβρη του 1993 (24ωρη απεργία ενάντια στο «συνολικό πρόγραμμα») όμως, με τη διαφορά ότι η απεργία της 15ης Δεκεμβρίου θα έχει και συνέχεια. 



Οργανωμένη από το ενιαίο συνδικαλιστικό μέτωπο (FGTB, CSC, CGSLB), αυτή η απεργία είναι –προς το παρόν- η τελευταία φάση ενός σχεδίου δράσης ενάντια στη λιτότητα της δεξιάς κυβέρνησης που ανάδειξαν οι εκλογές της 25ης του περασμένου Μάη. Αυτό το σχέδιο, που εξαγγέλθηκε την ημέρα του σχηματισμού της κυβέρνησης συνασπισμού του Σαρλ Μισέλ, άρχισε με μια μαζική πορεία 130.000 διαδηλωτών στις 6 Νοεμβρίου στις Βρυξέλλες και συνεχίστηκε με μια σειρά κυκλικών απεργιών από επαρχία σε επαρχία (στις 24/11, 1/12 και 8/12). Σε κάθε μια από αυτές τις φάσεις, η κινητοποίηση γινόταν μεγαλύτερη.



Το 2011 η κυβέρνηση με επικεφαλής το ΣΚ χτύπησε σκληρά τον κόσμο της εργασίας 


Για να κατανοήσουμε τα σημερινά γεγονότα, πρέπει να θυμίσουμε το πολιτικό τους πλαίσιο. Στο Βέλγιο, οι επιθέσεις ενάντια στο κόσμο της εργασίας γίνονται εδώ και 25 χρόνια από κυβερνήσεις με σοσιαλδημοκρατική συμμετοχή. Μετά τη μακρά πολιτική κρίση που ακολούθησε τις εκλογές του 2010, και οι οποίες σημαδεύτηκαν από τη νίκη στη Φλάνδρα του NVA, ο σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός εκτίμησε ότι έπρεπε «να σώσει τη χώρα», να σκληρύνει ακόμα περισσότερο τις επιθέσεις του, προκειμένου η παραδοσιακή φλαμάνδικη δεξιά να μπορέσει να νικήσει τους φιλελεύθερους-εθνικιστές και να παραμείνει στη κυβέρνηση ο συνασπισμός με τη σοσιαλδημοκρατία. Αυτή η πολιτική –που κόστισε στο κόσμο της εργασίας πανάκριβα, 20 δισεκατομμύρια ευρώ- κατέληξε σε ένα φοβερό φιάσκο. Τον περασμένο Μάη, το πιθανότερο προγνωστικό ήταν ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός θα συνέχιζε στην εξουσία. Όμως, προς γενική έκπληξη, το γαλλόφωνο φιλελεύθερο κόμμα, υποστηριζόμενο από το Παλάτι, σχημάτισε ένα ομοιογενή συνασπισμό της δεξιάς με του Φλαμανδούς χριστιανοδημοκράτες, τους Φλαμανδούς φιλελεύθερους και το NVA. Το τελευταίο δέχτηκε να ξεχάσει προσωρινά τις χωριστικές του διεκδικήσεις, με αντάλλαγμα ένα υπερ-φιλελεύθερο πρόγραμμα.

Σήμερα, η δεξιά κυβέρνηση θέλει να συντρίψει το κοινωνικό μοντέλο που υπάρχει από το 1945
Στο κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο, το πρόγραμμα της κυβέρνησης του Σαρλ Μισέλ προεκτείνει και βαθαίνει τη λιτότητα που επέβαλε ο προκάτοχός του. Επιβάλλεται μια νέα «θεραπεία» λιτότητας ύψους 11 δισεκατομμυρίων. Πλήττονται όλες και όλοι, μισθωτοί, δημόσιοι υπάλληλοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, ασθενείς και ανάπηροι, αιτούντες άσυλο και απασχόληση… και ειδικότερα οι νέοι και οι γυναίκες.

Ο ηγέτης του NVA Bart De Wever λέει για τον ίδιο ότι είναι το πολιτικό μπράτσο του VOKA, του συνδέσμου Φλαμανδών εργοδοτών. Δεν είναι υπουργός αλλά είναι αυτός που κυβερνάει. Όλη αυτή η κυβέρνηση εμφανίζεται να είναι στην υπηρεσία της εργοδοσίας, έχοντας μια ουσιαστική αποστολή: να σπρώξει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις στη γωνία, να μειώσει δραστικά το βάρος τους στη πολιτική ζωή και γενικότερα, στη κοινωνία. Τα μεγάλα ΜΜΕ συνεργάζονται ενεργά σε αυτό το σχέδιο: αντιμέτωπα με την απεργία της 15η Δεκεμβρίου, έχυσαν τόνους προπαγάνδας μίσους ενάντια στους απεργούς και στα συνδικάτα. 

Το βέλγικο συνδικαλιστικό κίνημα είναι ελάχιστα πολιτικοποιημένο, επικεντρώνεται στη ταξική συνεργασία (στη «διαβούλευση»), αλλά είναι εξαιρετικά μαζικό (3,5 εκατομμύρια μέλη για ένα πληθυσμό 10 εκατομμυρίων) και πολύ καλά οργανωμένο. Καθημερινά, στηρίζεται στη δραστηριότητα δεκάδων χιλιάδων αγωνιστών, συνδικαλιστών εκπροσώπων και υπευθύνων. Όλοι αυτοί κατανόησαν πως αντιμετωπίζουν κάτι καινούργιο: μια απόπειρα να αλλάξουν ποιοτικά οι συσχετισμοί δυνάμεων μέσα στη κοινωνία. Το παλιό σχέδιο του Ισχυρού κράτους έχει επανέλθει στην ημερήσια διάταξη, και στο επίκεντρό του βρίσκεται η προσπάθεια να αδειάσει το δικαίωμα στην απεργία από το περιεχόμενό του.


Πολλές δεκάδες χιλιάδες συνδικαλιστές αγωνιστές και αγωνίστριες οργανώνουν την πάλη επί τόπου

Είναι τόσο η συνειδητοποίηση αυτού του κινδύνου όσο και η αγανάκτηση των αγωνιστών και αγωνιστριών απέναντι στο κοινωνικό πισωγύρισμα που έσπρωξε τις συνδικαλιστικές ηγεσίες να ενωθούν και να προτείνουν ένα πραγματικό σχέδιο δράσης, και αυτό το σχέδιο με τη σειρά του ενθάρρυνε τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες να αναλάβουν δράση με διαρκώς αυξανόμενη ενέργεια και ενθουσιασμό. Δεκάδες χιλιάδες άνδρες και γυναίκες είναι κινητοποιημένοι και οργανώνουν κινητές απεργιακές φρουρές, μπλόκα δρόμων, μπλόκα βιομηχανικών ζωνών, σε όλες τις περιοχές της χώρας.*



Το κίνημα έχει πολύ μεγάλη υποστήριξη από τη κοινή γνώμη. Αυτό διαπιστώθηκε στη διαδήλωση της 6ης Νοεμβρίου και από τότε αυτή η υποστήριξη αυξήθηκε συνεχώς, γεγονός που συγκεκριμενοποιείται με τη δημιουργία πλατιών συνασπισμών καλλιτεχνών, διανοούμενων και κοινωνικών ακτιβιστών που συμβάλουν στην απονομιμοποίηση της πολιτικής λιτότητας. Γυρνάει όμως ο άνεμος και σε ιδεολογικό επίπεδο. Οι αποκαλύψεις για το ακροδεξιό παρελθόν πολλών υπουργών του NVA έπαιξαν ρόλο σε αυτό το επίπεδο, αλλά το βασικό είναι η άρνηση της κοινωνικής αδικίας, που συμβολίζεται από το γεγονός ότι το Βέλγιο είναι ένας φορολογικός παράδεισος για τους πλούσιους και μια φορολογική κόλαση για τους υπόλοιπους.



Έξι μήνες μετά από τις εκλογές, η περιφερειακή φλαμανδική κυβέρνηση που διευθύνεται από το NVA (που επιβάλλει κι αυτή δραστικές δημοσιονομικές περικοπές) δεν υποστηρίζεται παρά από περίπου το 35% του πληθυσμού. Όλα τα επίπεδα της εξουσίας έχουν απαξιωθεί στα μάτια του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της κυβέρνησης της Βαλονίας που διευθύνεται από τη σοσιαλδημοκρατία, η πολιτική λιτότητας της οποίας δεν διαφέρει στο ελάχιστο από την ομοσπονδιακή λιτότητα. Το Σοσιαλιστικό κόμμα ονειρευόταν να ανακάμψει περνώντας στην αντιπολίτευση, αλλά το παρόν κλίμα ριζοσπαστικοποίησης και συνειδητοποίησης το εμποδίζει.


Προς μια μείζονα αναμέτρηση 

(…) Όλα συγκλίνουν λοιπόν προς τη κατεύθυνση μιας μείζονος σύγκρουσης. Το ξέσπασμα μιας μισο-αυθόρμητης γενικής απεργίας κατά το πρότυπο εκείνης του 1960-1961 δεν είναι το πιο πιθανό βραχυπρόθεσμο σενάριο. Όμως, αν η κυβέρνηση ψηφίσει αυτά τα μέτρα τις επόμενες μέρες στο κοινοβούλιο, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα πρέπει να συνεχίσουν και να ριζοσπαστικοποιήσουν το σχέδιο δράσης τους, πράγμα που θα ισοδυναμεί για αυτές με το ότι θα καβαλήσουν τον τίγρη. Σε αυτή τη περίπτωση, και υπό τον όρο ότι θα διατηρηθεί η συνδικαλιστική ενότητα, πολλά πράγματα θα γίνουν εφικτά.

*(Σημ. της μετάφρασης): Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της γενικής απεργίας της 15ηςΔεκεμβρίου ήταν η ενεργή συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων Βέλγων εργαζομένων και υποστηρικτών τους σε (κινητές και μη) απεργιακές φρουρές που μπλόκαραν χιλιάδες τόπους εργασίας –ακόμα και τη Κεντρική Τράπεζα- από τις 4 το πρωί, και κυρίως τα αμέτρητα μπλόκα σε κάθε λογής αυτοκινητοδρόμους και δρόμους, ακόμα και στο κέντρο των Βρυξελλών στη συνοικία των υπουργείων, που φιλτράριζαν τα ΙΧ και άλλα οχήματα, επιτρέποντας τη διέλευση μόνο εκείνων που έπαιρναν άδεια από τις απεργιακές φρουρές. Γεγονός είναι ότι στις 15 Δεκεμβρίου, δεν κυκλοφόρησε στη χώρα ούτε ένα λεωφορείο, ούτε ένα τρένο, και έκλεισε ο εναέριος χώρος του Βελγίου !

Μετάφραση: Γιώργος Μητραλιάς 

Χαρά Καφαντάρη: "Διεθνής Συνδιάσκεψη για την Κλιματική Αλλαγή στη Λίμα: Όλα σχεδόν τα θέματα ανοιχτά"



Καφαντάρη: "Διεθνής Συνδιάσκεψη για την Κλιματική Αλλαγή στη Λίμα: Όλα σχεδόν τα θέματα ανοιχτά"


Η Διεθνής Συνδιάσκεψη για την Κλιματική Αλλαγή τέλειωσε τα ξημερώματα του περασμένου Σαββάτου στη Λίμα του Περού. Μετά από δύο εβδομάδες συνομιλιών και διαπραγματεύσεων τα φώτα έσβησαν και οι αντιπροσωπείες των συμμετεχόντων αναχώρησαν για τις πατρίδες τους, όμως, για ακόμα μια φορά, τα αποτελέσματα της Συνδιάσκεψης για το κλίμα ήταν πολύ μακριά από τα επιθυμητά.

Η Συνδιάσκεψη στη Λίμα υποβαθμίστηκε, συνειδητά, από όλους. Ακόμα και o OHE, στην προσπάθειά του να εκμαιεύσει «γενναίες δεσμεύσεις» από τους μεγάλους ρυπαντές, συνέβαλε, άθελά του, στην περαιτέρω υποβάθμιση της Συνδιάσκεψης και δεν αξιοποίησε όσο θα έπρεπε τις πρωτοφανείς κινητοποιήσεις εκατομμυρίων λαού, στη Νέα Υόρκη, τον περασμένο Σεπτέμβριο, που συνέπεσαν με την ειδική σύνοδο κορυφής για την Κλιματική Αλλαγή.

Στη Λίμα, η Συνδιάσκεψη δεν κατάφερε να κάμψει τις αντιπεριβαλλοντικές πολιτικές των ισχυρών κρατών. Δυστυχώς, για ακόμα μια φορά, οι κυβερνήσεις των κρατών εμφανίστηκαν εντελώς απρόθυμες να αποδεχθούν τις αναγκαίες προτάσεις και απέτυχαν να κατανοήσουν, έστω, τις προειδοποιήσεις της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας ή να ακούσουν τη θέληση των λαών του πλανήτη μας. Για ακόμα μια φορά, αποδείχθηκαν άβουλες και ανίκανες να αποδεσμευτούν από τα lobbies των ορυκτών καυσίμων.

Η Διεθνής Συνδιάσκεψη για την Κλιματική Αλλαγή στη Λίμα του Περού άφησε ανοιχτά σχεδόν όλα τα θέματα, παραπέμποντας σε συνολική συμφωνία τον επόμενο Δεκέμβριο στο Παρίσι.

Οι διαφορές ωστόσο που θα πρέπει να ξεπεραστούν είναι πολλές και, κρίνοντας από τη συμπεριφορά των αντιπροσωπειών τις τελευταίες είκοσι μέρες, δυσεπίλυτες. Η πρώτη μεγάλη αντίθεση που αναδείχθηκε στη Συνδιάσκεψη της Λίμα, και μάλιστα από την πρώτη μέρα, ήταν εκείνη μεταξύ των οικονομικά ισχυρών και των «αδύναμων» χωρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ταχέως αναπτυσσόμενες Ινδία και Κίνα, που είναι οι 1η και 3η αντίστοιχα χώρες - παγκόσμιοι ρυπαντές, συνεπικουρούμενες από άλλες χώρες των BRICS, ζητούν να παραμείνουν, όπως συνέβη και με το Πρωτόκολλο του Κυότο, έξω από τις ρυθμίσεις της νέας συμφωνίας και να συνεχίσουν να θεωρούνται «υπό ανάπτυξη» χώρες, ώστε να απαλλαχθούν από ενδεχόμενες δεσμευτικές υποχρεώσεις. Το αδιέξοδο του παραπάνω αιτήματος είναι προφανές, καθώς αγνοεί το γεγονός ότι οι χώρες αυτές εμφανίζουν στις μέρες μας τη μέγιστη καταγραφόμενη ατμοσφαιρική ρύπανση στον πλανήτη, καθώς και ότι και οι ίδιες πλήττονται καθημερινά από τις συνέπειες της Κλιματικές Αλλαγής.

Στην υπόλοιπη ατζέντα της Συνδιάσκεψης, δεν γεφυρώθηκε το χάσμα μεταξύ των προτάσεων της Ε.Ε., που υποστηρίζουν τις δεσμευτικές μειώσεις των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και εκείνων των ΗΠΑ, που προτείνουν «εθελοντικές δεσμεύσεις», ενώ σημαντική διαφορά ανέκυψε και στο θέμα της κατάλληλης μεθοδολογίας ελέγχου των μειώσεων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, θέμα που παρέμεινε ανοικτό.

Ένα ακόμα σημείο τριβής καταγράφηκε στο θέμα του «πράσινου ταμείου», το οποίο έχει συσταθεί για τη βοήθεια των ανίσχυρων οικονομικά χωρών, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής και να προσαρμοστούν σε αυτήν. Τα κονδύλια που έχουν συγκεντρωθεί, παρά την ανέλπιστα γενναία συνεισφορά της Αυστραλίας και την έκτακτη συνεισφορά της Ε.Ε. και της Γερμανίας, κρίνονται τουλάχιστον ως ανεπαρκή και σίγουρα απέχουν πολύ από το να πλησιάσουν τους τεθέντες, από τις προηγούμενες συνδιασκέψεις, στόχους των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Μοναδικό θετικό σημείο ίσως να είναι η προσπάθεια των ΗΠΑ, για πρώτη φορά, να μπουν ενεργά στο παιχνίδι των διαπραγματεύσεων, με τη συμμετοχή του αντιπροέδρου τους στις εργασίες της Συνδιάσκεψης. Συγχρόνως, ο πρόεδρος των ΗΠΑ προσπαθεί μέσω της διμερούς συμφωνίας με την Κίνα να την «τραβήξει» σε δεσμεύσεις για τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τη ριζική μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης σε πολλά αστικά κέντρα της Κίνας, όπου οι τιμές των ρύπων σπάνε κάθε ρεκόρ.

Εν τω μεταξύ, η ανθρωπογενής Κλιματική Αλλαγή είναι καθημερινά παρούσα, με τα στοιχεία πλέον να είναι συντριπτικά. Για πρώτη φορά, ανεξάρτητοι επιστημονικοί ερευνητές από πολλά πανεπιστήμια συμφωνούν ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα, που κτυπούν με αυξανόμενη συχνότητα και σφοδρότητα χώρες του βορείου ημισφαιρίου, οφείλονται στην Κλιματική Αλλαγή. Τα φαινόμενα ενισχύονται από τη διαρκώς αυξανόμενη συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, που έχει φτάσει για πρώτη φορά τα επίπεδα - ρεκόρ των 400 ppm, ενώ με νεότερες έρευνες αποδεικνύεται ότι το 2014 είναι το θερμότερο έτος για την Ευρώπη εδώ και πέντε αιώνες.

Ας ελπίσουμε ότι η χλιαρή συμφωνία της Λίμα, εκτός από αναγκαία, θα αποδειχθεί και ικανή για να ανοίξει τον δρόμο για την αποδοχή μιας δίκαιης, παγκόσμιας, νομικά δεσμευτικής συμφωνίας που θα καλύπτει όλους τους ρυπαντές του πλανήτη. Μια συμφωνία, που, όπως έχει αποφασιστεί σε προηγούμενη Συνδιάσκεψη, πρέπει να είναι έτοιμη για αποδοχή το 2015, ώστε να αρχίσει η εφαρμογή της από το 2020. Ο δρόμος προς την επόμενη Διεθνή Συνδιάσκεψη για την Κλιματική Αλλαγή τον επόμενο Δεκέμβριο, στο Παρίσι, είναι μακρύς και δύσκολος. Ο αγώνας είναι διαρκής, καθώς η πολυτέλεια για σπατάλη χρόνου έχει χαθεί προ πολλού Είναι ανάγκη η μάχη για τη σωτηρία της ανθρωπότητας από την Κλιματική Αλλαγή να περάσει στα χέρια περιβαλλοντικών οργανώσεων, ενεργών πολιτών και κινημάτων, είναι ανάγκη να γίνει υπόθεση όλων μας, πριν να είναι αργά.

Μόνον η λαϊκή δράση μπορεί να εγγυηθεί την προσπάθεια για τη σωτηρία όλων.

* Η Χαρά Καφαντάρη είναι γεωλόγος, βουλευτής Β' Αθηνών ΣΥΡΙΖΑ

ΠΗΓΗ ΑΥΓΗ

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Τροχαία εγκλήματα: Αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και των δρόμων | Γιώργος Κουβίδης, Κώστας Φωτεινάκης, Νίκος Γιαννόπουλος |


Τροχαία εγκλήματα: Αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και των δρόμων

Στην "Αυγή" της 2.11.2014 οι δικηγόροι Σ. Κοντονής και Δ. Μπελαντής, στελέχη με θέσεις ευθύνης στον ΣΥΡΙΖΑ και (με ορατή την πιθανότητα μιας αυριανής ανόδου του στην εξουσία) εν δυνάμει διαμορφωτές / εκφραστές κρατικής πολιτικής, ανέπτυξαν τις σκέψεις τους για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στη Δικαιοσύνη 
Στις 15/11 επανήλθε κριτικά στο θέμα ο δικαστικός υπάλληλος Π. Ιωακειμίδης ζητώντας δικαιοσύνη στη Δικαιοσύνη (http://www.avgi.gr/article/4855100/dikaiosuni-sti-dikaiosuni).

Και στα δυο κείμενα σημαντικό μέρος καταλαμβάνει η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης. Ας διευκρινίσουμε από την αρχή: η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης δεν «μας ενοχλεί όλους», απεναντίας κάποιοι την επιδιώκουν. Και κάποιοι την υποθάλπουν. Είναι κι αυτό μέσα στα δικαιώματα μιας «δίκαιης δίκης»...

Δεν θέλουμε να επεκταθούμε στο σύνολο της συζήτησης που άνοιξε. Θα σταθούμε σ ένα μόνο σημείο, στην προτεινόμενη από τους Σ. Κοντονή και Δ. Μπελαντή «κατεύθυνση της αποποινικοποίησης ελασσόνων ή ασήμαντων από την άποψη της κοινωνικής απαξίας ποινικών αδικημάτων (όπως οι διατάξεις για την ατομική κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών, οι επώδυνες ποινικές διατάξεις για τα χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, οι διατάξεις του ΚΟΚκ.λπ.)». Ο Π. Ιωακειμίδης δεν προσδιορίζει για ποια μιλάει, αλλά θεωρεί επίσης ότι «η αποποινικοποίηση πολλών αδικημάτων και η διοικητική τους αντιμετώπιση είναι μια λύση».

Πιστεύουμε πως η αποποινικοποίηση της κατοχής ουσιών για ατομική χρήση καθώς και των μικρών οφειλετών προς το Δημόσιο είναι κάτι που πρέπει να γίνει, για λόγους δικαιοσύνης και όχι για την αποσυμφόρηση της Δικαιοσύνης. Αυτό που μας εντυπωσίασε όμως είναι η εμπλοκή των παραβάσεων του KOK σ' αυτή την «προσπάθεια».

Κατ' αρχάς καλό θα ήταν να καταδειχτεί με συγκεκριμένα στοιχεία ποια είναι η «επιβάρυνση» που προκαλούν στη Δικαιοσύνη οι παραβάσεις του ΚΟΚ. Δεύτερον, καλό θα ήταν να πάψει κάποτε να θεωρείται αυτονόητο αυτό που προπαγανδίζει η αυτοκινητοβιομηχανία, ότι «οι παραβάσεις του ΚΟΚ είναι χαμηλής ή ασήμαντης κοινωνικής απαξίας». Ζούμε στη χώρα με τα περισσότερα θανατηφόρα τροχαία εγκλήματα στην Ευρώπη αναλογικά με τον πληθυσμό. Αυτά δεν προκαλούνται ούτε από την κακιά ώρα ούτε από ατυχία. Προϋπόθεση γι' αυτά εκτός των άλλων (κατάσταση δρόμων, έλλειψη πεζοδρομίων, συντήρηση αυτοκινήτων, σήμανση κ.λπ.) είναι οι πολλαπλές παραβάσεις του ΚΟΚ.

Οι τροχαίες συγκρούσεις αποτελούν παγκόσμια ανερχόμενο αίτιο θανάτου. Ήταν στη 10η θέση το 2000, στην 8η το 2010 και θα ανέβει στην 5η το 2030, σύμφωνα με τον Π.Ο. Υγείας αν δεν ληφθούν αποφασιστικά ριζοσπαστικά μέτρα. 1.300.000 άνθρωποι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους από τροχαία και η αντίληψη πως οι παραβάσεις του ΚΟΚ αποτελούν πράξεις χαμηλής η ασήμαντης κοινωνικής απαξίας δεν ξέρουμε αν θα αποσυμφορήσει τις δικαστικές αίθουσες σίγουρα πάντως θα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των ελληνικών δρόμων με την εξόντωση των ευάλωτων χρηστών του οδικού δικτύου, πεζών, ποδηλατών, παιδιών κ.λπ. που αποτελούν το αυξανόμενο μέρος των θυμάτων.

Είναι απίστευτο μέσα στην αλυσίδα της νομικής ελαφρότητας με την οποία αντιμετωπίζεται στη χώρα μας το ζήτημα των τροχαίων, απόρροια της οποίας είναι όχι μόνο να βαφτίζονται όλα τα θανατηφόρα τροχαία ως ανθρωποκτονίες «από αμέλεια» αλλά και να υπάρχουν αδιανόητα σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο τομέα «παραβατικότητας» δικαιώματα, όπως το δικαίωμα του υπουργού να επιστρέφει πινακίδες κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα, εκλογές (παλαιοτέρα και βασιλικούς γάμους και βαφτίσια), να διατυπώνονται και από στελέχη της Αριστεράς οι θεωρίες περί χαμηλής κοινωνικής απαξίας. Η αποσύνδεση του ζητήματος των τροχαίων από την επιλογή ενός πολύ συγκεκριμένου τρόπου ανάπτυξης που προωθεί την αχαλίνωτη χρήση του Ι.Χ. και η αντιμετώπιση των επιπτώσεων αυτών των επιλογών στη σφαίρα της παραβατικότητας / δικαιοσύνης ως γεγονότος ήσσονος σημασίας δεν είναι κάτι το καινούργιο. Το 2010 ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Χ. Καστανίδης με τη βοήθεια των πάντοτε παρόντων προθύμων υποβίβασε από πλημμέλημα σε πταίσμα την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και τοξικών ουσιών και μια σειρά άλλες παραβάσεις του ΚΟΚ, στο όνομα της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων. Με τον νόμο αυτόν όδευσαν προς παραγραφή εκατοντάδες υποθέσεις, με σημαντικότερες ανάμεσα τους αυτές που αφορούσαν την τοποθέτηση παράνομων διαφημιστικών πινακίδων από τους γνωστούς - άγνωστους μαφιόζους των δρόμων. Σε μια περίοδο που παγκόσμια έτρεχαν καμπάνιες ενάντια στη χρήση αλκοόλ από οδηγούς, εδώ δεν έτρεχε τίποτα και οι πράξεις αυτές βαφτίστηκαν στην εισηγητική έκθεση ως «πράξεις χαμηλής κοινωνικής απαξίας».

Το 2010, μετά από μεγάλη κινητοποίηση συγγενών των θυμάτων τροχαίων, τροπολογία που κατέθεσε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Θοδωρής Δρίτσας οδήγησε στην κατάργηση αυτού του κατάπτυστου νόμου και στην επαναφορά των αδικημάτων στο επίπεδο του πλημμελήματος.

Τώρα τι συμβαίνει και, δυο χρόνια μετά, από τον πολύ μεγαλύτερο ΣΥΡΙΖΑ ακούγονται φωνές μ' αυτή τη λογική, είναι κάτι που μας ξεπερνά να το απαντήσουμε. Απλώς λέμε πως θα σταθούμε απέναντι του.

Πριν από δυο μήνες, η Ολλανδία, με πολύ μικρότερο πρόβλημα τροχαίων απ' ό,τι εμείς, αποφάσισε την αφαίρεση της αδείας οδήγησης σε νέους οδηγούς (δίπλωμα μέχρι πέντε έτη) που παραβιάζουν τα όρια ταχύτητας. Εδώ η ποινή είναι 40 ευρώ για υπέρβαση του ορίου κατά 20km/h, η οποία εκπίπτει στα 20 ευρώ αν πληρωθεί εντός 10ημέρου. Υπέρβαση της ταχύτητας κατά 20km/h μέσα στην πόλη βέβαια σημαίνει απλώς οκταπλασιασμό της πιθανότητας πρόκλησης θανατηφόρου τροχαίου. Γιατί εδώ η «κοινωνική απαξία είναι μικρή». Γιατί πιστέψαμε αυτό που μας λένε: πως η ζωή μας δεν αξίζει.


Γιώργος Κουβίδης, SOS Τροχαία Εγκλήματα

Κώστας Φωτεινάκης, Φίλοι της Φύσης

Νίκος Γιαννόπουλος, Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα

ΠΗΓΗ ΑΥΓΗ

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Ντανιέλ Τανούρο: Ναόμι Κλάϊν, ο καπιταλισμός και το κλίμα: «Να που αυτό τα αλλάζει όλα» | Κριτική Βιβλιοπαρουσίαση


Το βιβλίο που η Ναόμι Κλάϊν αφιέρωσε στη κλιματική αλλαγή συνιστά ήδη ένα γεγονός (1). Η συγγραφέας της «Στρατηγικής του σοκ» καταγγέλλει σε αυτό την καπιταλιστική αναπτυξιακή λογική, την απληστία των πολυεθνικών του πετρελαίου, του άνθρακα και του φυσικού αερίου, καθώς και την υποταγή των κυβερνήσεων στα συμφέροντά τους. «Είναι πιο εύκολο να δεχτούν να αλλάξουν το κλίμα της γης με χαοτικό και καταστροφικό τρόπο παρά να δεχτούν τη προοπτική αλλαγής της θεμελιώδους λογικής του καπιταλισμού, που βασίζεται στην ανάπτυξη και στο κυνήγι του κέρδους», γράφει η Κλάϊν (σελ. 89). Για αυτήν, το πείσμα των κλιματο-σκεπτικιστών δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά οφείλεται στο ότι κατανοούν το γεγονός ότι ο σοβαρός αγώνας ενάντια στην υπερθέρμανση απαιτεί μια ριζική αλλαγή πολιτικής, με περισσότερη ρύθμιση, περισσότερο δημόσιο τομέα, περισσότερα κοινά αγαθά, περισσότερη δημοκρατία. Με αξίες διαφορετικές από εκείνες του ανταγωνισμού, της συσσώρευσης και του ο καθείς για τον εαυτό του. Πρόκειται για ένα μείζον έργο, η απήχηση του οποίου θα είναι σίγουρα σημαντική.

«Η επαναστατική δύναμη της κλιματικής αλλαγής»

Ο τίτλος είναι εύστοχος: «This changes everything» -αυτό αλλάζει τα πάντα. Η Ναόμι Κλάϊν καλεί την αριστερά, τους προοδευτικούς να αδράξουν την ευκαιρία που τους προσφέρεται μέσα σε αυτούς του δύσκολους καιρούς. Επειδή «η αλήθεια για τη κλιματική αλλαγή, γράφει, δεν ενοχλεί παρά μόνον εκείνους που ικανοποιούνται με το status quo»(αναφορά στο τίτλο του φιλμ του Al Gore: «Μια αλήθεια που ενοχλεί»). Για τους άλλους, «αν υπήρξε ποτέ μια κατάλληλη στιγμή για να προωθήσουν ένα σχέδιο που στοχεύει να γιατρέψει τον πλανήτη γιατρεύοντας ταυτόχρονα τις τσακισμένες οικονομίες μας και τις διαλυμένες κοινότητές μας, αυτή η στιγμή είναι τώρα» (σελ. 155). Η περιβαλλοντική κρίση προσθέτει «τον υπαρξιακό επείγοντα χαρακτήρα της» σε όλα τα προβλήματα. Κατά συνέπεια, «προσφέρει ένα συνολικό λόγο στον οποίο τα πάντα, από τη πάλη για καλές θέσεις απασχόλησης μέχρι τη δικαιοσύνη για τους μετανάστες, περνώντας από τις επανορθώσεις για τις ιστορικές αδικίες όπως η δουλεία και η αποικιοκρατία, μπορούν να ενσωματωθούν στο μεγάλο σχέδιο οικοδόμησης μιας μη τοξικής οικονομίας, που θα αντέχει στα χτυπήματα, πριν είναι πολύ αργά» (σελ. 154).

Πιο οξυδερκής από πολλούς αντικαπιταλιστές αγωνιστές, η Κλάϊν πιστεύει «στην επαναστατική δύναμη της κλιματικής αλλαγής» και έχει χίλιες φορές δίκιο. Απαγγέλλει ένα αμείλικτο και πολύ πειστικό κατηγορητήριο ενάντια στις μεγάλες περιβαλλοντικές ενώσεις –μερικές από τις οποίες κατηγορούνται ότι ενσωματώθηκαν στο σύστημα. Για εναλλακτική λύση προτείνει την οικοδόμηση μαζικών κινημάτων. Η συγγραφέας παραδέχεται ότι «εξακολουθεί να μην υπάρχει το είδος της αντιεξουσίας που θα έχει μια πιθανότητα να αλλάξει τη κοινωνία σε βαθμό που θα συγγενεύει με εκείνο που απαιτείται»(σελ. 156). Όμως, βλέπει προδρομικά γεγονότα στις ριζοσπαστικές κινητοποιήσεις ενάντια στον εξορυκτισμό και τα μεγάλα σχέδια υποδομών, που πληθαίνουν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Το γεγονός ότι οι ιθαγενείς λαοί παίζουν συχνά ένα ρόλο-κλειδί σε αυτές τις κινητοποιήσεις είναι για την Κλάϊν μια πηγή ελπίδας, καθώς αυτοί οι λαοί έχουν μια θεώρηση της σχέσης με τη φύση διαφορετική από εκείνη της απόλυτης κυριαρχίας και του απόλυτου ελέγχου πάνω σε αυτήν που χαρακτηρίζει το καπιταλισμό και, πέρα από αυτόν, τη δυτική κουλτούρα από την εποχή του Διαφωτισμού.

Το «This changes everything» είναι ένα δυνατό βιβλίο. Θα μπορούσε να είναι ακόμα περισσότερο αν η συγγραφέας είχε αφιερώσει μερικές δεκάδες σελίδες για να εξηγήσει καθαρά το μηχανισμό της κλιματικής αλλαγής και να παρουσιάσει τις κύριες οικο-κοινωνικές συνέπειές της, αντί να μπει κατευθείαν στη καταγγελία των κλιματο-σκεπτικιστών. Μου φαίνεται πως εδώ χάθηκε η ευκαιρία να μορφώσουμε το ευρύ κοινό. Αλλά πρόκειται για μια λεπτομέρεια.

Ένα βιβλίο γεμάτο ένταση

Το «This changes everything» είναι, κατά βάση, ένα παθιασμένο βιβλίο. Η συγγραφέας το ομολογεί: «Είναι το πιο δύσκολο βιβλίο που μου έτυχε να γράψω, επειδή η έρευνα με οδήγησε να ψάξω να βρω ριζοσπαστικές απαντήσεις. Δεν έχω καμιά αμφιβολία για την αναγκαιότητά τους, αλλά αναρωτιέμαι κάθε μέρα κατά πόσο είναι πολιτικά εφικτές» (σελ. 26). Και πράγματι, η Κλάϊν αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μια αντικαπιταλιστική εναλλακτική λύση αυτοδιαχειριζόμενη, αποκεντρωμένη, οικοσοσιαλιστική και οικοφεμινιστική, από τη μια, και σε ένα σχέδιο πράσινου ρυθμισμένου καπιταλισμού, βασισμένου σε μια μεικτή μετεγκατεστημένη οικονομία, εμποτισμένη από μια ιδεολογία της φροντίδας και της σύνεσης, από την άλλη. Αυτή η ένταση εκδηλώνεται σε όλο το βιβλίο. Μια επαναστατική πνοή διαπερνά την κατάληξή του, όταν η Κλάϊν παραλληλίζει –όπως ο Μαρξ στο Κεφάλαιο!- την πάλη ενάντια στη δουλεία με την πάλη ενάντια στην ιδιοποίηση των πόρων (σελ. 458 και συνέχεια). Όμως, γράφει αλλού πως «υπάρχει επαρκής χώρος για κερδοφορία σε μια οικονομία μηδενικού άνθρακα» και ότι το εμπόδιο στην οικολογική μετάβαση προέρχεται από «τα σημερινά επιχειρηματικά μοντέλα (business models)» (σελ. 252) –και άρα όχι από την ίδια την οικονομία (σελ. 95).

Αυτή η αμφιταλάντευση ίσως να έχει σχέση με την αντίληψη που φαίνεται να έχει η Κλάϊν για την ιδεολογία του εξουσιασμού της φύσης. Η συγγραφέας έχει απόλυτα δίκιο όταν θυμίζει ότι αυτή η ιδεολογία προϋπάρχει του καπιταλισμού. Όμως, ο καπιταλισμός είναι ακριβώς η μορφή με την οποία αυτή υπάρχει σήμερα. Από αυτό δεν απορρέει ότι η κατάργηση αυτού του τρόπου παραγωγής θα εξαλείψει αυτόματα τις «εξορυξιστικές» αντιλήψεις –αντίθετα, η πάλη για «να φροντίζουμε τη φύση με σύνεση» θα πρέπει να συνεχιστεί για μια μακρά περίοδο μετά από το τέλος αυτού του συστήματος. Ωστόσο, η εξουσιαστική ιδεολογία δεν αιωρείται στον αέρα, αλλά είναι ριζωμένη στις κοινωνικές δομές. Η αντι-εξορυξιστική ιδεολογική μάχη είναι άρρηκτα δεμένη με τη μάχη ενάντια στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ειδικά με τη μάχη ενάντια στη μισθολογική εκμετάλλευση –που είναι στη πραγματικότητα μια μορφή «εξορυξιστικής» λεηλασίας του φυσικού πόρου που ονομάζεται εργατική δύναμη.

Όχι, η Γερμανία δεν είναι πρότυπο

Τούτων λεχθέντων, πρέπει να το παραδεχθούμε ταπεινά: όλες και όλοι εκείνοι που στοχάζονται πάνω σε μια κοινωνική απάντηση στη κλιματική πρόκληση βρίσκονται αντιμέτωποι με την ένταση που αναφέρει η Ναόμι Κλάϊν στο πρόλογο του βιβλίου της. Αυτό είναι απόρροια του γεγονότος ότι υπάρχει σήμερα μια ιλιγγιώδης άβυσσος ανάμεσα στον ακραίο αντικαπιταλιστικό ριζοσπαστισμό των μέτρων που επιβάλλεται αντικειμενικά να ληφθούν για να αποφευχθεί μια τρομερή καταστροφή και στο επίπεδο συνείδησης της μεγάλης μάζας του πληθυσμού. Η ακολουθητέα στρατηγική για να ριχτεί μια γέφυρα πάνω από αυτή την άβυσσο είναι αντικείμενο συζήτησης, και θα πήγαινε πολύ να κάναμε το δάσκαλο στην Κλάϊν. Όμως, ένα πράγμα μου φαίνεται ξεκάθαρο: στο ζήτημα του «πολιτικά εφικτού», δεν είναι καλά πληροφορημένη όταν φέρνει την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Μέρκελ, που βασίζεται στα feed-in-tariff, σαν παράδειγμα «πολιτικής που παίρνει αποστάσεις από τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία» (σελ. 131).

Τα feed-in-tariff είναι υποχρεωτικά τιμολόγια, που κάνουν τον πράσινο ηλεκτρισμό ανταγωνιστικό προς το «βρώμικο» ηλεκτρισμό. Όπως και τα πράσινα πιστοποιητικά, συγκεκριμενοποιούν τη φιλελεύθερη ιδέα ότι αρκεί η ενσωμάτωση των «εξωτερικών συνεπειών» για γίνουν οικο-συμβατές οι επενδυτικές αποφάσεις που βασίζονται στο κόστος-αποδοτικότητα. Στο περιβαλλοντικό επίπεδο, αυτή η ιδέα είναι καταδικασμένη να αποτύχει επειδή βάζει την ανάπτυξη της αγοράς των πράσινων τεχνολογιών πάνω από τις προσπάθειες μείωσης της ενεργειακής κατανάλωσης. Στο κοινωνικό επίπεδο, το γερμανικό σύστημα χρηματοδοτείται από μια προσαύξηση (Umlage) που παρακρατείται από τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού. Όλα τα νοικοκυριά πληρώνουν, αλλά η προσαύξηση αντισταθμίζεται και με το παραπάνω για εκείνους που έχουν επενδύσει στις ανανεώσιμες, καθώς πουλάνε τον ηλεκτρισμό σε υψηλή τιμή, εγγυημένη από το κράτος για 20 χρόνια. Τα μη προνομιούχα στρώματα πληρώνουν λοιπόν για τα προνομιούχα (άτομα, συνεταιρισμούς ή επιχειρήσεις).

Είναι αλήθεια ότι οι γερμανικοί δήμοι παράγουν και πουλάνε και αυτοί πράσινη ενέργεια. Σε αυτή τη περίπτωση, η κοινωνία επωφελείται φυσικά από μια επιστροφή με τη μορφή υπηρεσιών. Πρόκειται για μια θετική πλευρά του συστήματος, που η Κλάϊν έχει δίκιο να υπογραμμίζει, αλλά αυτό δεν αρκεί για να κάνει τη Γερμανία παράδειγμα προς μίμηση. Τρεις χιλιάδες επιχειρήσεις απαλλάσσονται του 80% της Umlage (πράγμα που αντιπροσωπεύει ένα δώρο 4 μέχρι 5 δισεκατομμυρίων Ευρώ το χρόνο). Απέχουμε πολύ από το δίκαιο αίτημα που διατύπωσε η Κλάϊν: να πληρώσουν τα ορυκτά τη μετάβαση. Αντί για αυτό, η ενεργειακή πολιτική της Μέρκελ βαθαίνει τις ανισότητες. Γενικότερα, η κυβέρνηση της καγκελαρίου συνεχίζει τη σκληρή πολιτική που πρώτος εφάρμοσε ο συνασπισμός των Πρασίνων και της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή η πολιτική καταναγκάζει 8 εκατομμύρια ανθρώπους να δουλεύουν για λιγότερα από 8 ακαθάριστα ευρώ την ώρα. Η Γερμανία δεν είναι όντως ένα «πρότυπο που δείχνει πώς να αναπτύξουμε ιδιαίτερα γρήγορα πολύ αποκεντρωμένες κλιματικές λύσεις ενώ ταυτόχρονα πολεμάμε τη φτώχεια, την πείνα και την ανεργία», όπως η Κλάϊν ισχυρίζεται απερίσκεπτα (σελ. 136)…

Και αυτό δεν εκπλήσσει επειδή ένα τέτοιο «πρότυπο» δεν υπάρχει στο καπιταλισμό καθώς αυτός βασίζεται –το λέει πολλές φορές η Κλάϊν στο βιβλίο της- στη διπλή εκμετάλλευση της φύσης και της εργασίας. Το χάσμα ανάμεσα στον αναγκαίο ριζοσπαστισμό και στο πολιτικά εφικτό δεν μπορεί τελικά να καλυφθεί παρά μόνο με την ευκαιρία μιας μεγάλης κρίσης, μιας από εκείνες «τις εξαιρετικά σπάνιες και πολύτιμες στιγμές κατά τις οποίες το αδύνατο μοιάζει ξαφνικά δυνατό», όπως διαβάζουμε στο συμπέρασμα του βιβλίου. Εδώ, η συγγραφέας εγκαταλείπει το «πολιτικά εφικτό» για να ξαναγυρίσει στο ριζοσπαστισμό. Συμμεριζόμαστε την πεποίθησή της ότι μια τέτοια στιγμή θα έλθει, πως θα συμπέσει με μια ριζοσπαστική αμφισβήτηση της εξουσιαστικής ιδεολογίας και ότι «το πραγματικό ζητούμενο είναι να ξέρουμε τι θα κάνουν σχετικά με αυτό οι προοδευτικές δυνάμεις, ποια θα είναι η δύναμη και η εμπιστοσύνη με τις οποίες θα καταπιαστούν με αυτό το ζήτημα» ώστε «όχι μόνο να καταγγείλουν τον κόσμο όπως αυτός είναι σήμερα αλλά και να οικοδομήσουν τον κόσμο που θα μας διατηρήσει όλους στη ζωή» (σελ. 466). Πέρα από επιφυλάξεις και συζητήσεις που μπορεί να προκαλέσει στους οικοσοσιαλιστές, το βιβλίο της Ναόμι Κλάϊν είναι μια συμβολή μείζονος σημασίας σε αυτή τη μάχη.

(1) «This changes everything. Capitalism vs. the Climate», Alfred A. Knopf, Canada, 2014
Μετάφραση: Γ. Μητραλιάς
--------------------------
Για το βιβλίο πληροφορίες πριν από την κυκλοφορία του ΕΔΩ 

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Ελένη Πορτάλιου: ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ


ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Η διαμόρφωση ενός εναλλακτικού αριστερού προγράμματος για τον πολιτισμό από τον ΣΥΡΙΖΑ προϋποθέτει αρχικά μια χαρτογράφηση της σημερινής πραγματικότητας στα βασικά στοιχεία που καθορίζουν την πολιτιστική παραγωγή, την κουλτούρα - με την ευρύτερη έννοια των σχετικών κοινωνικών αντιλήψεων και πρακτικών - καθώς και τα θέματα του πολιτισμικού αποκλεισμού. Σ’ αυτό το διευρυμένο πεδίο κατανόησης τίθενται οι γενικοί στόχοι ενός αριστερού κόμματος και οι ειδικότεροι που αφορούν στην πολιτιστική κληρονομιά, τα γράμματα και τις τέχνες. Καθορίζονται δηλαδή τόσο η γενική πολιτική όσο και τα όρια παρέμβασης του κράτους στον πολιτισμό.
Το κείμενο που ακολουθεί καταγράφει ένα προβληματισμό πάνω στην, κατά τη γνώμη μου, αναγκαία ευρύτερη προσέγγιση η οποία θα οδηγήσει στις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, οι θέσεις αυτές πρέπει να αφορούν τόσο την κοινωνία όσο και τα συγγραφικά /καλλιτεχνικά/επιστημονικά και λοιπά συναφή με τον πολιτισμό επαγγέλματα, να αντιμετωπίζουν με ενιαία αντίληψη τους επιμέρους τομείς και να μην προκαταλαμβάνουν την εξειδίκευσή τους από τους καθ’ ύλην αρμόδιους θεσμούς που θα τις υλοποιήσουν.

Ελένη Πορτάλιου


Α.  ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ : ΟΙ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ
      ΤΗΣ  ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο Raymond Williams στην εισαγωγή του γνωστού βιβλίου του «Culture and Society, 1780-1950» αναφέρεται στις πέντε λέξεις-κλειδιά : βιομηχανία, δημοκρατία, τάξη, τέχνη και κουλτούρα,  η σημασία των οποίων στη σύγχρονη κατασκευή των εννοιών είναι προφανής και οι αλλαγές στη χρήση τους, κατά την περίοδο που ο συγγραφέας μελετά, μαρτυρούν μια γενική αλλαγή στους χαρακτηριστικούς τρόπους της σκέψης πάνω στην κοινή ζωή. Η τέχνη  εξέφραζε πριν μια οποιαδήποτε ανθρώπινη δεξιότητα. Η Τέχνη σημαίνει τώρα ένα ιδιαίτερο σύνολο δεξιοτήτων που αναφέρονται στη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Η λογοτεχνία, η μουσική, η ζωγραφική, η γλυπτική, το θέατρο συνιστούν διακριτό σύνολο από άλλες ανθρώπινες δεξιότητες και ο καλλιτέχνης είναι το πρόσωπο που τις εκφράζει. Η κουλτούρα συμπυκνώνει τις νέες σχέσεις οι οποίες δημιουργούνται στην αναδυόμενη βιομηχανική, ταξική, δημοκρατική κοινωνία αλλά και νοηματοδοτεί μια περιοχή προσωπικής και ιδιωτικής εμπειρίας, που επρόκειτο να επηρεάσει ιδιαίτερα το νόημα και την πρακτική της τέχνης 1.  
Η κουλτούρα (culture) ως όρος εμφανίζεται εκ παραλλήλου με τον όρο πολιτισμός (civilization) και συχνά ο όρος culture μεταφράζεται ως πολιτισμός, ιδιαίτερα στα επιθετικά του παράγωγα (π.χ. cultural studies - πολιτισμικές σπουδές). Δεν πρόκειται για ένα απλό ζήτημα γλωσσικής απόδοσης αλλά ούτε και για αποσαφηνισμένες αυστηρά εννοιολογικές διαφορές στη μακριά χρήση των δύο όρων. Τα ίδια τα περιεχόμενα  των εννοιών είναι διαμφισβητούμενα και συχνά ορίζονται μεταξύ τους αντιθετικά.
Ο πολιτισμός χρησιμοποιείται ενίοτε ως γενικευτικός όρος - για παράδειγμα στο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού»2 ο συγγραφέας αναφέρεται σε όλες τις πολιτικές, κοινωνικές, ιδεολογικές και καλλιτεχνικές διαστάσεις μιας ιστορικής περιόδου και μιας τάξης. Υποκείμενος σε ιδεολογικές χρήσεις, ο πολιτισμός εμφανίζει μια υπεριστορική ακαμψία και περιβάλλεται με ένα απριόρι αξιακό φορτίο, αποτελεί την ανώτερη σφαίρα της κοινωνικής παραγωγής. Αντίθετα, η αναφορά σε «πολιτισμούς» σχετικοποιεί και συγκεκριμενοποιεί χωρικά και χρονικά την απόδοση νοήματος  και περιεχομένου στον όρο. Στο βιβλίο της «Πόλεις και Αστικοί Πολιτισμοί»3 η Deborah Stevenson αναφέρεται στους μεταβαλλόμενους σε πολλαπλά επίπεδα αστικούς πολιτισμούς μέσα από την ιστορική κίνηση από τον 19ο στον 20ο αιώνα. Στις σύγχρονες ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες  η έννοια του πολιτισμού δεν έχει καμμιά αξιακή διάσταση, δεν παραπέμπει στην εξέλιξη, την πρόοδο ή μια ανώτερη κατάσταση, αλλά  αφορά όλα όσα βιώνουν, γνωρίζουν και πράττουν οι άνθρωποι ως μέλη μιας κοινότητας. Η σύγχρονη χρήση των όρων πολιτισμός της κατανάλωσης ή των μέσων μαζικής επικοινωνίας εκφράζει την ευρύτητα των περιεχομένων που αποδίδονται με τον όρο πολιτισμός4.         
Όσον αφορά τη σχέση κουλτούρας - πολιτισμού «αυτή δεν είναι τυποποιημένη αλλά δυναμική, απρόβλεπτη και συχνά άρρητη, στο βαθμό που η κουλτούρα «ήταν πάντα ένας τρόπος συνειδησιακής αποσταθεροποίησης» αφού αποτελεί την «ασυνείδητη, αθέατη όψη της βιτρίνας ενός πολιτισμού». Με αυτή την έννοια η κουλτούρα σήμερα συνιστά ουσιαστική και δημιουργική ανάληψη της διακινδύνευσης, της ενδεχομενικότητας και της αβεβαιότητας που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο πολιτισμό και ταυτόχρονα την υπονόμευσή του, προετοιμάζοντας τους ιστορικούς μετασχηματισμούς του»5.

Β.   ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ
       ΤΗΣ ΠΟΛΙΣΜΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

·          Ο πολιτισμός και η κουλτούρα λειτουργούν σήμερα σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και διαπερατότητας των πολιτισμικών συνόρων. Αυτά τα σύνορα είναι ανοιχτά πρωτίστως και κυρίως στις δυνάμεις κυριαρχίας και επιβολής που καθορίζουν την παραγωγή και διάδοση των προϊόντων του πολιτισμού. Η εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής παραγωγής δεν αποτελεί μια δευτερογενή, εκ των υστέρων παρέμβαση, αλλά μια συνολική διαδικασία σχεδιασμού και επιλογών που γίνονται με όρους απόσπασης υπεραξίας και συγκέντρωσης κεφαλαίων καθώς και με όρους επιβολής ηγεμονίας. Σίγουρα σ’ αυτή τη διαδικασία ο ρόλος των δυτικών μητροπόλεων και των ισχυρών οικονομικά πολιτιστικών οργανισμών και επιχειρήσεων που μετέχουν στο διεθνή ανταγωνισμό είναι καθοριστικός. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να ισοπεδώσει τις ιδιαιτερότητες της εθνικής παραγωγής πολιτισμού, καθώς οι άνθρωποι που τον δημιουργούν εκκινούν από εντοπισμένες εμπειρίες, με τις οποίες μπορεί να επικοινωνούν και παγκόσμια. Τα παραπάνω αποδεικνύει, για παράδειγμα, η άνθιση του κινηματογράφου σε περιφερειακές χώρες όπως το Ιράν, η Τουρκία, η Ελλάδα, η Πολωνία, κ.λπ. παρά την κρίση και τα αυταρχικά καθεστώτα.
·          Τα μείζονα προβλήματα που ανακύπτουν στη σύγχρονη εποχή αφορούν όχι μόνο στην αγοραία αξιολόγηση των επιλογών που γίνονται αλλά και στις διαφοροποιημένες αγορές των αγαθών και υπηρεσιών του πολιτισμού. Εδώ οι διακρίσεις έχουν σαφώς ταξικό χαρακτήρα, καθώς οι λαϊκές τάξεις στερούνται κατά τεκμήριο τις υλικές και πνευματικές προϋποθέσεις πρόσβασης στις πιο δυσπρόσιτες κατηγορίες των γραμμάτων και των τεχνών. Η κυριαρχία των ΜΜΕ ως βασικού ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους είναι καταλυτική καθώς αυτά έχουν υποκαταστήσει τη δημόσια σφαίρα, δηλαδή μια αυτόνομη από το κράτος συγκρότηση της κοινωνίας των πολιτών, όπου οι άνθρωποι μπορούν να μιλούν και να σκέφτονται σε συνθήκες σχετικής ελευθερίας.
Ο πολιτιστικός έλεγχος εκκινεί από τον έλεγχο των οικονομικών πόρων αλλά και του πολιτισμικού κεφαλαίου (γνώσεις, τυπικά προσόντα, δεξιότητες, καλλιτεχνική αγωγή/γούστο), με τους κυρίαρχους καλλιτέχνες και συγγραφείς, να μετατρέπουν το πολιτισμικό τους κεφάλαιο σε οικονομικό. 
·          Η πρόσβαση και η πρόσληψη των πολιτισμικών αγαθών, αλλά και η ίδια η δημιουργικότητα των ανθρώπων, έχουν μια σχέση αλληλεξάρτησης με τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές και οικονομικές συνθήκες. Ωστόσο, οι λαϊκές τάξεις δεν παραδίδονται στον πολιτιστικό έλεγχο αμαχητί. Αντίθετα, επινοούν στρατηγικές διαφυγής και επιβίωσης, όπως αυτές που ανέδειξε για τον χώρο της πόλης και της καθημερινής ζωής  ο Michel de Certeau, ως πρακτικές υπονόμευσης των κωδίκων και στοχαστικές πράξεις αντίστασης/ανατροπής. Ανάλογα αναφέρεται ο Mikhail Bakhtin για το καρναβάλι που «επιβεβαιώνει τη σημασία της αλληλεγγύης των καθημερινών ανθρώπων, αφενός, και τη ζωτικότητα της κουλτούρας τους, αφετέρου»6.
Αυτό που θα ονομάζαμε λαϊκή κουλτούρα, παρότι αποσπασματική, αντιφατική και καθόλου ανεπηρέαστη από την κυρίαρχη, διατηρεί στοιχεία αυθεντικότητας με τη μορφή πραγματικών εστιών δημιουργίας. Θα μπορούσα να αναφέρω ως παραδείγματα τα πανηγύρια, τη λαϊκή μουσική και τον χορό αλλά και τις αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις σχολικών ομάδων από λαϊκές συνοικίες, που παρουσιάστηκαν πριν μερικά χρόνια σε φεστιβάλ στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Επίσης, την καλλιτεχνική άνθιση παλαιότερα Πολιτιστικών Εργαστηρίων Δήμων, με εξαιρετικό παράδειγμα αυτό της Καλαμάτας επί δημαρχίας Σ. Μπένου.
·          Πέραν του ερασιτεχνισμού, στη σημερινή Ελλάδα της οικονομικής ένδειας και του κρατικού αυταρχισμού υπάρχει σημαντική κίνηση και ποιοτική παραγωγή στους διάφορους τομείς του πολιτισμού (γράμματα, τέχνες, πολιτιστική κληρονομιά). Χιλιάδες νέοι καλλιτέχνες, με ίδιους πόρους ή/και αξιοποιώντας τις ελάχιστες θεσμικές - οικονομικές δυνατότητες, έχουν να επιδείξουν αξιόλογα δείγματα γραφής. Οι θεατρικές ομάδες και σκηνές πολλαπλασιάζονται και επιβιώνουν, ο ελληνικός κινηματογράφος ανθεί και διακρίνεται διεθνώς, η μουσική διασχίζει τα σύνορα και τροφοδοτεί τα υπόγεια ρεύματα προσωπικής έκφρασης και συλλογικής επικοινωνίας, οι εικαστικοί καλλιτέχνες αναζητούν νέες, κοινές μορφές δημόσιας παρουσίας, η ποίηση - κατά παράδοξο τρόπο - αυξάνει την κυκλοφορία της, ενώ γενικά τα βιβλία εξακολουθούν, μετά βασάνων και κόπων, να εκδίδονται και να διαβάζονται.
Δημόσιοι πολιτιστικοί οργανισμοί, όπως το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, η Λυρική Σκηνή, το Εθνικό Θέατρο, το Φεστιβάλ Αθηνών, το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας έχουν ανανεωθεί ριζικά με πολύ αξιόλογα προγράμματα που προσελκύουν ένα πολυπληθές κοινό. Το ίδιο ισχύει και για ιδιωτικούς φορείς, όπως το Μέγαρο Μουσικής ή το Μπενάκειο Μουσείο, εδώ όμως τίθεται το θέμα της δημόσιας χρηματοδότησης, στο οποίο θα επανέλθουμε. Επίσης, τα Φεστιβάλ Κινηματογράφου (Θεσσαλονίκη, Δράμα, Χαλκίδα), ανοιχτά στις διεθνείς ανταλλαγές και σε εκατοντάδες εγχειρήματα νέων ανθρώπων, αποτελούν σημαντικούς θεσμούς με μεγάλη συμμετοχή καλλιτεχνών και κοινού. Όλη αυτή η παραγωγή συνυπάρχει με τον μαρασμό άλλων τομέων και θεσμών, όπως οι ορχήστρες μουσικής, τα περιφερειακά θέατρα και εν μέρει το Φεστιβάλ Επιδαύρου. Είναι, επίσης, γνωστό ότι οι υπηρεσίες που ασχολούνται με την πολιτιστική κληρονομιά εργάστηκαν για την ανάδειξή της κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, ώστε σήμερα να είναι επισκέψιμος ένας μεγάλος αριθμός μνημείων παγκόσμιας αξίας. Η Ελλάδα είναι γεμάτη ιστορικά μνημεία (αρχαία, βυζαντινά, νεότερα, λαϊκά), που η ανάδειξή τους συμβάλλει στην ταυτότητα κάθε τόπου, στην εξοικείωση των πολιτών με την ιστορία, στην πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Ανάλογο ρόλο μπορούν να διαδραματίζουν τα ιστορικά μουσεία που, όμως, σήμερα υπολειτουργούν ή παραμένουν κλειστά.
·          Οι παραπάνω πολιτισμικές δυνάμεις αποτελούν από κοινού τους ανθρώπινους πόρους σε μια προσπάθεια αλλαγής της σημερινής κατάστασης. Παραταύτα, αδυνατούν να απαντήσουν σε δύο μείζονα προβλήματα τα οποία χρειάζονται ριζική πολιτική αντιμετώπιση : την αποκέντρωση και τον πολιτισμικό αποκλεισμό των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, στις οποίες συγκαταλέγονται οι μετανάστες/στριες και οι γηγενείς νεόπτωχοι  της σύγχρονης καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Όσο κι αν γεμίζουν με «τέχνη και δάκρυα» κάποια κενά του πολιτισμού στην εποχή της κρίσης, ο μεγάλος αριθμός ανθρώπων παραμένει αποσυνάγωγος ή, όταν έχει σπίτι και ρεύμα, η μοναδική δίοδος κοινωνικής επαφής και διασκέδασης (όχι ψυχαγωγίας) είναι η τηλεόραση. 

Γ.  Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ  ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Τα σημαντικά έργα αλλά και όλα τα έργα παράγονται σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, σ’ ένα κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον που ευνοεί τη δημιουργία τους.
·          Στο συγκλονιστικό πολιτικό του κείμενο - τον Επιτάφιο, ο Περικλής εκφωνεί το περίφημο «Φιλοκαλούμεν γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας». Αυτή η φράση δεν θα μπορούσε να ειπωθεί και κυρίως να υπάρξει, ως πρακτική κατάσταση ζωής δια μέσου της ομορφιάς και της σοφίας, εάν δεν υπήρχε η πολιτική συνθήκη ενός δημόσιου χώρου και ενός δημόσιου χρόνου που δημιούργησε η  αρχαία πόλις και πολύ συγκεκριμένα η Αθήνα στη χρυσή εποχή της ακμής της. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ γεννήθηκε η Αθηναϊκή τραγωδία και αναγέρθηκε ο Παρθενώνας.
·          Η αναδυόμενη αστική τάξη της Δύσης, στη μακριά διάρκεια ανόδου της ως κυρίαρχη τάξη, δεν ανέπτυξε μόνο τις παραγωγικές δυνάμεις αλλά δημιούργησε, επίσης, ένα πολιτισμικό σύμπαν ιδεών, μεθόδων σκέψης, αρχιτεκτονικών μνημείων, ζωγραφικής, γλυπτικής, μουσικής, φιλοσοφίας. Από το σύμπαν αυτό γεννήθηκε, για παράδειγμα, το μυθιστόρημα σε μια συγκεκριμένη στιγμή μέσα από τη δημόσια σφαίρα που προετοίμασε τη Γαλλική Επανάσταση.
·          Η  Ρώσικη Επανάσταση λειτούργησε απελευθερωτικά, τόσο πριν εκδηλωθεί όσο και στα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας, για τα λεγόμενα πρωτοποριακά ρεύματα της τέχνης. Η επιθυμία καταστροφής του παλιού κόσμου οδήγησε ορισμένα κινήματα και καλλιτέχνες   σε απόψεις για τον θάνατο της αστικής τέχνης, όμως αυτή η πρωτοπορία συνυπήρχε με την τεράστια κληρονομιά στη λογοτεχνία και τις παραστατικές τέχνες όπως και με άλλα σύγχρονα ρεύματα  σ’ ένα διάλογο πάθους. Η «διαισθητική» αντίληψη για τη σχετική αυτονομία της τέχνης και η θέση ότι το προλεταριάτο πρέπει να κατακτήσει την αστική κουλτούρα, φορείς των οποίων αποτέλεσαν ηγετικά στελέχη της επανάστασης όπως ο Τρότσκι, διαφύλαξαν την ελευθερία της τέχνης συνολικά και τη δημιουργική πολυδιάστατη ανάπτυξή της.
Μέσα στη Ρώσικη Επανάσταση συντελέστηκε, παρά την οικονομική ένδεια, μια πραγματική πολιτιστική επανάσταση με τον αγώνα για ν’ αντιμετωπιστεί ο αναλφαβητισμός και να προωθηθούν νέα εκπαιδευτικά συστήματα που βασίζονταν στις πιο πρωτοποριακές παιδαγωγικές μεθόδους. Εξ άλλου,  οι καλλιτέχνες ξεχύθηκαν σε όλη τη χώρα και έθεσαν τις τέχνες τους στην υπηρεσία του λαού. Όλα αυτά άρχισαν να σβήνουν  γρήγορα, ήδη από το 1923 όταν ξεκίνησε ο εκφυλισμός της επανάστασης. 
·          Όπως έχει ήδη αναφερθεί, από το τέλος του 18ουαι. γενικεύεται και βαθαίνει ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, ο οποίος καθορίζει τόσο τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα όσο και τις διαδικασίες  παραγωγής και διακίνησης των έργων τέχνης. Τότε,  επίσης, θεσμοθετείται, ως ταυτοτικό στοιχείο του αναδυόμενου εθνικού κράτους, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η πρόσβαση στα έργα τέχνης και η απόκτησή τους προσλαμβάνουν μαζικό χαρακτήρα, ταυτόχρονα διαμορφώνεται η διάκριση ανάμεσα στην «υψηλή τέχνη» και τη μαζική κουλτούρα. Η διάδοση των πολιτισμικών αγαθών αφορά εκατομμύρια ανθρώπους ενώ η παρουσίαση και ερμηνεία τους δημιουργεί νέες ειδικότητες, νέους τομείς έρευνας και επιστημών. Οι καλλιτέχνες δεν αναφέρονται πια στην Εκκλησία, τις πριγκηπικές και βασιλικές αυλές, τα συμβούλια των πόλεων και τους πλούσιους εμπόρους, αλλά απευθύνονται στην αγορά. Η τέχνη σπουδάζεται στον ακαδημαϊκό χώρο ενώ πολλά ρεύματα συμβιώνουν στο καλλιτεχνικό στερέωμα.
·          Στα δημοκρατικά καθεστώτα της Δύσης οι μεταπολεμικές δεκαετίες υπήρξαν γόνιμες για την παιδεία και τον πολιτισμό, καθώς η περίοδος αυτή καθορίστηκε από πολύ σημαντικά κινήματα και μεγάλες κοινωνικές εξεγέρσεις. Το σημαντικό είναι ότι η γενικευμένη πνευματική κίνηση άλλαξε ριζικά τους θεσμούς, δημιούργησε μεγάλες δυνατότητες πρόσβασης στα πολιτισμικά αγαθά των λαϊκών τάξεων και ριζοσπαστικοποίησε τη λαϊκή κουλτούρα συνολικά.  

Δ.   

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Με αφορμή τις πρόσφατες φωτογραφίες για τον CHE | Περιοδικό "σχολιαστής"


Με αφορμή τη δημοσίευση των νέων φωτογραφιών [ΕΔΩ] του εκτελεσμένου COMANDANTE CHE GUEVARA  θυμηθήκαμε ένα από τα εξαιρετικά τεύχη του περιοδικού "σχολιαστής" που έχουμε στα χέρια μας.  Βλέπετε το εξώφυλλο τον CHE, γράφουν για τον COMANDANTE o Μιχάλης Ν.Ράπτης (Pablo), o Νίκος Ψυρούκης, ο Γιώργος Καραμπελιάς.

Τι να πούμε για το περιοδικό "σχολιαστής" -  "τα είπαν άλλοι". 
Αν θέλετε να μάθετε περισσότερες πληροφορίες για το περιοδικό κλικάρετε ΕΔΩ (παρουσίαση Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου) ΕΔΩ (ευρετήριο τευχών) ΕΔΩ (τ.1) ή  αναζητείστε στο ψαχτήρι.

Από την παρουσίαση του ΔΠΠ αντιγράφουμε την τελευταία παράγραφο:
"Ενώ στα επόμενα χρόνια συνεργάτες του «Σχολιαστή» θα διασπαρούν σε εφημερίδες και περιοδικά της Αριστεράς (Εποχή, «Δελτίο Θυέλλης», «Μανιφέστο»), μέχρι σήμερα δεν επιδιώχθηκε (ή, τουλάχιστον, δεν κατάφερε να μακροημερεύσει) ένα εκδοτικό εγχείρημα της Αριστεράς εφάμιλλο του «Σχολιαστή». Κι όμως, στους καιρούς που διανύουμε, είναι περιττό και να επιχειρηματολογήσει κανείς για τη χρησιμότητα μιας τέτοιας προσπάθειας."

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Αλέξης Μπένος: ΕΜΠΟΛΑ "Η νόσος, ο καπιταλισμός και ο φασισμός - Η φτώχεια και η πείνα είναι το υπόστρωμα για την έκρηξη της επιδημίας"



ΠΗΓΗ ΕΠΟΧΗ

Η νόσος από τον ιό έμπολα είναι γνωστή εδώ και 40 χρόνια οπότε εμφανίστηκαν αρκετά κρούσματα σε ένα χωριό κοντά στον ποταμό Έμπολα. Στον άνθρωπο μεταδίδεται όταν έρθει σε επαφή με βιολογικά υγρά προσβεβλημένων ζώων (κυρίως πιθήκων) που ζουν στα τροπικά δάση της Δυτικής Αφρικής. Κύρια δεξαμενή του φαίνεται ότι είναι διάφορα είδη νυχτερίδων. Η μετάδοση μεταξύ ανθρώπων ευνοείται μετά από άμεση έκθεση με αίμα και άλλα σωματικά υγρά αρρώστων. Ο απλός συγχρωτισμός με αρρώστους χωρίς επαφή με σωματικά υγρά δεν σχετίζεται με διασπορά της νόσου. Στη σύγχρονη επιδημία μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 2014 έχουν σημειωθεί 9.915 περιστατικά, από τα οποία τα 5.481 είναι διαγνωστικά επιβεβαιωμένα και έχουν καταγραφεί 4.555 θάνατοι κυρίως στη Σιέρα Λεόνε, τη Λιβερία και Γουινέα. Ο ΠΟΥ ανακοίνωσε στις 20 Οκτωβρίου ότι στη Σενεγάλη και τη Νιγηρία δεν υπάρχουν πλέον νέα κρούσματα του ιού. Στον πλούσιο κόσμο και ειδικά στην Ευρώπη έχουν καταγραφεί μερικά σποραδικά κρούσματα προερχόμενα από το επίκεντρο της επιδημίας, που απαιτούν υγειονομική εγρήγορση. Οι διαφορετικές, όμως, κοινωνικοοικονομικές συνθήκες δεν επιτρέπουν μια πιθανή επανάληψη της τραγωδίας στις ευρωπαϊκές χώρες.

Του Αλέξη Μπένου*

Ολες οι επιδημίες που καταγράφηκαν τα τελευταία σαράντα χρόνια στη Δυτική Αφρική έχουν ένα κοινό υπόστρωμα. Όπως και η σύγχρονη επιδημία, πλήττουν τους πληθυσμούς των πιο φτωχών χωρών του κόσμου. Η εξάπλωση της νόσου, η βαρύτητα των συμπτωμάτων και η τελική έκβασή της καθορίζονται από τις καταστροφικές κοινωνικο - οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στις χώρες αυτές και επιδεινώνονται, βέβαια, από τις ουσιαστικά ανύπαρκτες και διαλυμένες υπηρεσίες υγείας. Ο βασικός μηχανισμός επιμόλυνσης ανθρώπων από τις εκκρίσεις νυχτερίδων και άρρωστων ζώων είναι η μαζική είσοδος ανθρώπων σε παρθένα δάση όπου οδηγούνται για την ανεύρεση τροφής και καυσίμων. Η φτώχεια και η πείνα, λοιπόν, είναι το υπόστρωμα για την έκρηξη της επιδημίας αυτής.
Η αιτία, όμως, της μαζικής περιθωριοποίησης των κοινωνιών αυτών δεν είναι άλλη από την καταστροφική καπιταλιστική επέλαση πολυεθνικών συμφερόντων ενάντια στο φυσικό πλούτο αυτών των χωρών. Στη Γουινέα τεράστιες εκτάσεις έχουν παραδοθεί σε κερδοσκοπικά σχέδια πολυεθνικών για την καλλιέργεια φυτειών σόγιας και βιοκαυσίμων. Στη Λιβερία, εδώ και έναν αιώνα, έχει αρχίσει η εκμετάλλευση από τη γνωστή εταιρεία ελαστικών Firestone. Σήμερα, η χώρα αυτή έχει τη μεγαλύτερη παγκοσμίως αναλογία ξένων επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ.
Εκτός από τις άμεσες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις (μετακινήσεις πληθυσμών, καταστροφή κοινωνικού ιστού) αυτών των επενδύσεων, καθοριστικές είναι και οι μείζονες οικολογικές καταστροφές που έχουν προκαλέσει. Η ξηρασία που προκάλεσε η μαζική καταστροφή δασών, η δημιουργία νέων δρόμων μέσα στα δάση και οι εξορυκτικές δραστηριότητες προκάλεσαν μη αναστρέψιμες διαταραχές στο τοπικό περιβάλλον και ευνόησαν την ανάπτυξη νέων μικροοργανισμών. Στις πολυεπίπεδες αυτές καταστροφές σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι τοπικοί πόλεμοι με εμπλοκή πολυεθνικών εταιρειών και κυβερνήσεων των αναπτυγμένων χωρών, όπως ο πόλεμος για την εξόρυξη διαμαντιών στη Σιέρα Λεόνε το 1991.

Με γνώμονα το κέρδος

Συγκεκριμένα στη Σιέρα Λεόνε, τους πρώτους τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της επιδημίας του έμπολα πέθαναν 365 άτομα. Σε τέσσερις μήνες, όπως εύστοχα παρατηρεί το Κίνημα των Λαών για την Υγεία (People’s Health Movement) στην ίδια χώρα καταγράφονται 650 θάνατοι από μηνιγγίτιδα, 670 από φυματίωση, 790 απο HIV/AIDS, 845 από διάρροια και πάνω από 3000 από ελονοσία. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον από τη διεθνή κοινότητα. Αντίθετα, το μόνο ενδιαφέρον που υπήρξε ήταν η πίεση από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα να μειωθούν οι δημόσιες δαπάνες και να αποδιαρθρωθούν οι δημόσιες υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας. Παράλληλα, οι φιλανθρωπικές παρεμβάσεις όχι μόνον δεν συμβάλλουν στην εκρίζωση των αιτιών, αλλά επιδεινώνουν την καταστροφή με την επιστημονική μετανάστευση που προωθούν. Σήμερα περισσότεροι γιατροί από τη Λιβερία και τη Σιέρα Λεόνε δουλεύουν σε χώρες του ΟΟΣΑ παρά στις ίδιες τις χώρες τους. Οι τοπικές υπηρεσίες υγείας είναι ανύπαρκτες ουσιαστικά. Η έλλειψη προσωπικού και υποδομών έχει οδηγήσει σε σημαντικό ποσοστό προσβολής το εναπομείναν υγειονομικό προσωπικό που αγωνίζεται ηρωικά να φροντίσει τους αρρώστους. Ο αποδυναμωμένος οικονομικά, λειτουργικά και πολιτικά Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν έχει ικανά αντανακλαστικά για τη διαχείριση της κρίσης. Η Κούβα, για άλλη μια φορά, αναδεικνύεται ως η χώρα που με τις υποδομές και το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό της πρωτοστατεί στην εκστρατεία υγειονομικής στήριξης των πληττόμενων χωρών. Η δεινή αυτή πραγματικότητα βρίσκει, τέλος, ως πολλαπλασιαστή της την αδιαφορία της πολυεθνικής φαρμακοβιομηχανίας για νοσήματα που δεν εμφανίζουν άμεσο κερδοσκοπικό ενδιαφέρον.

Επιστροφή στο μεσαίωνα και το φασισμό

Τα ΜΜΕ έχουν αναλάβει μια εκστρατεία τρομοκράτησης χρησιμοποιώντας την παλιά καλή συνταγή της μεταφυσικής και της δεισιδαιμονίας. Αναπαράγουν την ημιμάθεια και φέρνουν στην επιφάνεια πρωτόγονα αντανακλαστικά που φουντώνει ο φόβος μπροστά στο «μαύρο θάνατο»... Είναι εντυπωσιακό το πως επανεμφανίζονται τα πρωτόγονα αυτά αντανακλαστικά σε αντίστοιχες καταστάσεις, όπως το AIDS, σχέση που αναλύθηκε διεξοδικά και τεκμηριωμένα από τον Ιό της Εφημερίδας των Συντακτών (www.efsyn.gr/?p=244628) .
Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός κινήματος αντίστασης στο φασισμό και υποστήριξης των πλέον ευάλωτων ομάδων και κυρίως των μεταναστών. Η επιστημονική τεκμηρίωση αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος διασποράς της νόσου από την ανθρώπινη επαφή και αυτό πρέπει να γίνει σημαία ενάντια στην ημιμάθεια και τη δεισιδαιμονία.
Δυστυχώς απέναντι σε αυτό το πρόβλημα, ο εξ ορισμού υπεύθυνος οργανισμός, το ΚΕΕΛΠΝΟ, αντί να ενημερώσει με επιστημονική ψυχραιμία τον πληθυσμό, διατυμπανίζει με τη βοήθεια των ΜΜΕ την έρευνα που έκανε με την ΚΑΠΑ Research, στην οποία ερωτάται ο πληθυσμός αν συμφωνεί ότι για να μην εξαπλωθεί ο ιός πρέπει να γίνεται «έλεγχος όλων των παράνομων μεταναστών από χώρες υψηλού κινδύνου»! Και ο πληθυσμός συμφωνεί σε ποσοστό 96,1%...
Θα ’ναι ενδιαφέρον να μάθουμε σε ποιά επιστημονικά δεδομένα στηρίζεται η άποψη ότι το νομικό πλαίσιο, «νομιμότητας ή παρανομίας», αποτελεί ειδικό κίνδυνο... Ακόμη πιο τραγικό, βέβαια, είναι ότι με βάση αυτή την προσέγγιση ένας άσπρος, επιχειρηματίας, πλούσιος και νόμιμος που ήρθε από τη Σιέρα Λεόνε και είναι άρρωστος δεν μας ενδιαφέρει...
Η επικίνδυνη αυτή δραστηριότητα αποδεικνύει ότι και στη χώρα μας οι αντίστοιχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόζονται, με ιδιαίτερα επιθετικούς ρυθμούς τελευταία, δημιουργούν δυσμενείς ισορροπίες για την προστασία της δημόσιας υγείας.
Για την προστασία της υγείας μας αναδεικνύεται πλέον ως άμεση προτεραιότητα η ανατροπή αυτής της πολιτικής με όπλο την ελπίδα και το όραμα ότι είναι πιθανή μια κοινωνία της αλληλεγγύης και της κοινωνικής φροντίδας.

* Ο Αλ. Μπένος είναι γιατρός, καθηγητής Υγιεινής, Κοινωνικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην Ιατρική του ΑΠΘ, πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης για την Πολιτική Υγείας (IAHP) από το 2000 έως το 2004 και μέλος της διοίκησης της μέχρι και σήμερα όπως και του παγκόσμιου Κινήματος των Λαών για την Υγεία (PHM).